Αρχική > News > Ἡ αὐθεντικότητα στὸ βίωμα τοῦ σύγχρονου χριστιανοῦ

Ἡ αὐθεντικότητα στὸ βίωμα τοῦ σύγχρονου χριστιανοῦ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος της πολύ διδακτικής ομιλίας του π. Νικολάου Χατζηνικολάου, Μητροπολίτη Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς.

Α. Εἰσαγωγή
Ἡ ἀποψινὴ ὁμιλία πρέπει νὰ ἐκφράσει κάτι ποὺ δύσκολα λέγεται καὶ νὰ δώσει χαρακτηριστικὰ καὶ παραμέτρους γιὰ κάτι ποὺ ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι λιγότερο περιγραπτὸ καὶ περισσότερο ἔμμεσα ἀντιληπτό, γιὰ κάτι πιὸ πολὺ κεκρυμμένο ποὺ τὸ ὑποψιάζεσαι, παρὰ φανερὸ ποὺ μπορεῖς νὰ τὸ σχολιάσεις. Οἱ στόχοι προσδιορίζονται, τὰ βιώματα ὅμως δύσκολα περιορίζονται σὲ λεκτικὰ πλαίσια. Πολὺ δὲ περισσότερο ἡ αὐθεντικότητα τοῦ βιώματος τῆς πίστεως καὶ τῆς χάριτος, ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ βαθύτερο εἶναι τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, τὴν ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου, κάτι ποὺ ἀποτελεῖ μυστήριο ποὺ διαρκῶς μᾶς ἀποκαλύπτεται καὶ λιγότερο ἐκδήλωση, ἔκφραση ἢ τρόπο καὶ συμπεριφορὰ πρὸς τὰ ὁποῖα κανεὶς προσαρμόζεται.

Ἕνα βίωμα, ὅταν εἶναι πνευματικὰ αὐθεντικό, φανερώνει τὴ θεϊκότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ὅταν εἶναι μὴ αὐθεντικό, ἐμποδίζει τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργεῖ στὴ ζωή του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ αὐθεντικότητα εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση πνευματικῆς ζωῆς.

Πῶς λοιπὸν νὰ προσεγγίσουμε τὴν αὐθεντικότητα τοῦ βιώματος; Πῶς νὰ τὴν προσδιορίσουμε; Πῶς νὰ τὴν ψηλαφίσουμε; Τὸ θέμα σίγουρα δὲν εἶναι διανοητικό. Γι᾿ αὐτό, ἂς μὴν ἐπικεντρώσουμε τὴν προσπάθειά μας στὸ νὰ καταλάβουμε ὅλα αὐτὰ ποὺ θὰ ἀκουσθοῦν, οὔτε πάλι νὰ κρατήσουμε σημειώσεις γιὰ νὰ μὴν ξεχάσουμε κάτι· οὔτε ἀκόμη νὰ ὑποτάξουμε τὴν ἀθωότητα τοῦ αὐθορμητισμοῦ μας στὴ διαδικασία ἑνὸς σχολαστικοῦ ἔλεγχου, μήπως κάτι δὲν εἶναι ἀπόλυτα σωστό. Ἡ ὁμιλία αὐτὴ δὲν θέλει νὰ εἶναι στοχαστικὴ γιὰ νὰ γεννήσει καλὲς σκέψεις ἢ ὀρθὲς κριτικὲς ἀπόψεις· οὔτε πειστικὴ γιὰ νὰ μᾶς βάλει μὲ τὸ ζόρι στὸν μονότονο μονόδρομο μιᾶς ἀνακουφιστικῆς καὶ ἐφησυχαστικῆς συμφωνίας. Ἡ ὁμιλία προτιμᾶ νὰ εἶναι ἁπλή, καρδιακή, γιὰ νὰ προκαλέσει ἐξομολογητικὰ καὶ προσωπικὰ αἰσθήματα στὸν καθένα μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅ,τι θὰ ἀκουσθεῖ δὲν προσφέρεται ἀπὸ τὸν ὁμιλητὴ ὡς γνώση ἢ ἄποψη, ἀλλὰ κατατίθεται ὡς ἀφορμὴ κοινωνίας.

Στὴν πορεία λοιπὸν αὐτῆς τῆς ὁμιλίας, ἂς προσπαθεῖ ὁ καθένας μας νὰ δεῖ ποιὸς πράγματι εἶναι. Ὄχι τί ἀπὸ τὰ λεγόμενα εἶναι σωστὸ καὶ τί λάθος, ἀλλὰ τί σχέση ἔχουμε ἐμεῖς μὲ τὴν ἀλήθεια. Ὄχι σὲ ποιὰ ἐποχὴ ζοῦμε, ἀλλὰ πῶς ἐμεῖς ζοῦμε, τί θέση ἔχει ὁ Χριστὸς στὴν καρδιά μας καὶ πῶς προσδιορίζεται ἡ ἀπόστασή μας ἀπὸ τὴ χάρι Του στὴ δική μας περίπτωση. Ἀλλὰ καὶ πῶς λειτουργοῦν οἱ πόθοι μας, πῶς περιγράφονται οἱ στόχοι μας, πῶς διαγράφεται ἡ κλήση μας ὡς «τέκνων τοῦ Θεοῦ»(1), ὡς «ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ» ὡς πολιτῶν τῆς βασιλείας Του, ὡς «κεκλημένων στὸ δεῖπνο Του» (2).

Ὁ εὐαγγελικὸς λόγος τοῦ Κύριου εἶναι ἀρκετὰ ἀπόλυτος. «Ὁ ΜΗ ΩΝ ΜΕΤ᾿ ΕΜΟΥ ΚΑΤ᾿ ΕΜΟΥ ΕΣΤΙΝ» (3) ΚΑΙ ΟΥΔΕΙΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΔΥΣΙ ΚΥΡΙΟΙΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙΝ» (4) καὶ «ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ, ΑΠΑΡΝΗΣΑΣΘΩ ΕΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΑΡΑΤΩ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΩ ΜΟΙ» (5) καὶ «ΕΑΝ ΜΗ ΠΕΡΙΣΣΕΥΣΗ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΥΜΩΝ ΠΛΕΙΟΝ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΩΝ ΟΥ ΜΗ ΕΙΣΕΛΘΗΤΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ» (6). Ὁ Κύριος ἀρνεῖται τὸ ἀνθρώπινο δικαίωμα σὲ κάποιον μαθητή Του, νὰ παρευρεθεῖ στὴν κηδεία τοῦ πατέρα του (7), προλέγει μαρτύρια καὶ δοκιμασίες σὲ ὅσους Τὸν ἀκολουθήσουν (8), ἐλέγχει τὴ χλιαρότητα (9), ἀπαιτεῖ τὸ «ἓν» ποὺ λείπει, προτείνει τὴν τελειότητα· «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι» (10).

Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπόλυτος, ἐμπερικλείει καὶ προσφέρει καθετὶ ποὺ ἔχει πληρότητα καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ εἶναι στὴν τέλεια μορφή. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ὤν, εἶναι τὸ Πάν. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ πληροῖ μὲν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦ ἀφήνει τὴν αἴσθηση ὅτι ὑπερβαίνει τὴν πληρότητά του. Εἶναι κάτι ἀκόμη παραπάνω ποὺ δὲν προσλαμβάνεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ὁ Θεός, ἀπὸ ὅποιον θέλει νὰ Τὸν ἀκολουθήσει, δὲν ζητεῖ τὸ ὑπερβάλλον σὲ δύναμη καὶ δυσκολία -αὐτὸ τὸ ἀναπληρώνει ἡ χάρις Του-, ἀλλὰ τὴν αὐθεντικότητα στὴ συναίνεση, τὴν ἀλήθεια στὴν προαίρεση, τὴ συνέπεια στὴν ἀπόφαση. Μόνο ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται συμβατός με τὸν Θεό· μόνο ἔτσι μπορεῖ νὰ παρακολουθήσει τὸν βηματισμό Του, νὰ ἀναγνωρίζει τὰ ἴχνη Του.

Β. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανός
Συχνὰ στὶς εὐαγγελικὲς περικοπές, συναντοῦμε τοὺς Ἀποστόλους νὰ ἐπικαλοῦνται τὴ αὐθεντικότητα τῆς προσωπικῆς τους μαρτυρίας προκειμένου νὰ γίνουν πειστικοὶ· «ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἐωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν» (11) καὶ «οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστὶν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ» (12). Ἀλλὰ καὶ οἱ Σαμαρεῖτες (13) καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος προσφεύγουν στὴν ἀμεσότητα τῆς προσωπικῆς τους ἐμπειρίας (14). Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ βιώματος ἀποτελεῖ τὸ πειστικότερο ἐπιχείρημα γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων μας.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν ποιὰ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ αὐθεντικοῦ βιώματος στὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ. Αὐθεντικὸς εἶναι ὁ Πέτρος ἀκόμη καὶ στὶς πτώσεις του, γιατί εἶναι αὐθόρμητος. Ζητᾶ ἀποδείξεις καὶ ὁ Κύριος τὸν καλεῖ νὰ βαδίσει ἐπὶ τῶν ὑδάτων. Ὀλιγοπιστεῖ καὶ βυθίζεται (15). Αὐθόρμητα ὁμολογεῖ ὅτι τὸ ἅγιο στόμα Του ἀναδίδει «ρήματα ζωῆς» (16). Προτρέπει τὸν Κύριο νὰ ἀποφύγει τὸ Πάθος καὶ Ἐκεῖνος τὸν ἐπιτιμᾶ λέγοντάς του πὼς μέσα του ὁμιλεῖ ὁ σατανᾶς (17). Ἀποποιεῖται μὲ ὑπεροχικὸ αἴσθημα τὴν πλύση τῶν ποδῶν του ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ στὴ συνέχεια ὑποχωρεῖ μὲ ἕναν ἰδιαίτερα ἐκφραστικὸ τρόπο (18). Τολμᾶ βίαια νὰ κόψει τὸ αὐτὶ τοῦ Μάλχου (19) καὶ δέχεται τὴν ἐπίπληξη τοῦ Κυρίου καὶ τὴ θαυματουργικὴ ἀποκατάσταση τοῦ αὐτιοῦ (20). Ἀρνεῖται τὸν Κύριο λίγο πρὸ τοῦ Πάθους καὶ ἀμέσως μετανοεῖ (21). Ἀκούει τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ ἀμφισβητεῖ· γι᾿ αὐτὸ καὶ τρέχει στὸν τάφο νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσει μόνος του (22). Πέφτει καὶ σηκώνεται. Ἁμαρτάνει καὶ μετανοεῖ. Δὲν παριστάνει, εἶναι. Εἶναι ἐλεύθερος καὶ ὅταν εἶναι ἀνθρώπινος. Σφάλλει καὶ διορθώνεται, δὲν εἶναι ἀλάθητος. Εἶναι ἀληθινός.

Αὐθεντικὸς δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν κάνει λάθη, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ τὰ ἀντιλαμβάνεται, τὰ ὁμολογεῖ καὶ μετανοεῖ.
Ὁ αὐθεντικὸς ὅμως ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο αὐθόρμητος στὸν τρόπο του, εἶναι γνήσιος καὶ στὴν πίστη του. Καὶ ἡ πίστη δὲν εἶναι ἰδεολόγημα ποὺ πρέπει νὰ ὑποστηρίξουμε, οὔτε σκέψη ποὺ πρέπει νὰ κατανοήσουμε, οὔτε ἄποψη ποὺ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε. Ἡ πίστη δὲν εἶναι συναίσθημα, οὔτε ἠθικὸς κανόνας μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ συμμορφωθοῦμε, οὔτε βίωμα ποὺ ψυχολογικὰ ἐπιβάλαμε στὸν ἑαυτό μας, οὔτε πάλι στόχος ποὺ κατακτᾶται μὲ ἀνθρώπινες προσπάθειες. Ἡ πίστη εἶναι χάρις καὶ ζωὴ καὶ ἀλήθεια ποὺ προσφέρεται, ἀναδύεται καὶ ἀποκαλύπτεται. Εἶναι κάτι ποὺ δίνει ὁ Θεός· κάτι ποὺ φανερώνει τὸν Θεό.

Καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μεγάλος γιατί μπορεῖ νὰ καταφέρει πολλά, ἀλλὰ γιατί μποροῦν νὰ τοῦ συμβοῦν καὶ νὰ τοῦ ἀποκαλυφθοῦν μεγάλα. Ὅλα ὅμως αὐτὰ προϋποθέτουν τὴ γνησιότητα, τὴν ἀληθινότητα, τὴν αὐθεντικότητα. Χωρὶς αὐτά, ὁ ὁρίζοντας τῆς ψυχῆς παραμένει κλειστὸς στὴ χάρι τοῦ Θεοῦ.

Βέβαια, ἐνῶ μιλοῦμε γιὰ αὐθεντικὸ βίωμα, συχνὰ φαίνεται πὼς ἐννοοῦμε κάτι ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι. Γι᾿ αὐτὸ ἂς δοῦμε ποιὸς ἀκριβῶς εἶναι ὁ ἀληθινὸς καὶ γνήσιος χριστιανός. Στὴν προσπάθειά του ὁ Μέγας Βασίλειος νὰ ἀπαντήσει στὸ ἐρώτημα «ποταποὺς εἶναι βούλεται ὁ λόγος τοὺς χριστιανούς, » ἀπαντᾶ μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο:
«Ὡς μαθητὰς Χριστοῦ πρὸς μόνα τυπωμένους ἃ βλέπουσιν ἐν αὐτῷ ἢ ἀκούουσι παρ᾿ αὐτοῦ (Ματθ. ια´ 29, Ἰωάν. ιγ´ 13-15), ὡς ναοὺς Θεοῦ ἁγίους, καθαροὺς καὶ μόνων πεπληρωμένους τῶν πρὸς λατρείαν Θεοῦ (Ἰωάν. ιδ´ 23, Α´ Κορ. στ´ 16), ὡς τέκνα Θεοῦ μεμορφωμένους πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ μέτρον τὸ τοῖς ἀνθρώποις κεχαρισμένον (Ἰωάν. η´ 13,33, Γαλ. δ´ 49), ὡς ἅλας ἐν γῇ ὥστε τοὺς κοινωνοῦντας αὐτοῖς ἀνανεοῦσθαι τῷ πνεύματι πρὸς ἀφθαρσίαν (Ματθ. ε´ 13), ὡς λόγον ζωῆς τῇ πρὸς τὰ παρόντα νεκρώσει πιστουμένους τὴν ἐλπίδα τῆς ὄντως ζωῆς» (Φιλιπ. β´ 15-16) (23).

Καὶ συνεχίζει παρακάτω:
«Τί ἴδιον χριστιανοῦ; Τὸ καθὼς ὁ Χριστὸς ἀπέθανε τῇ ἁμαρτίᾳ ἐφάπαξ, οὕτω καὶ αὐτὸν νεκρὸν εἶναι καὶ ἀκίνητον πρὸς πάσαν ἁμαρτίαν …Τὸ περισσεύειν αὐτοῦ τὴν δικαιοσύνην ἐν παντί… Τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς… Τὸ προορᾶσθαι τὸν Κύριον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ παντός… Τὸ ἐφ᾿ ἑκάστης ἡμέρας καὶ ὥρας γρηγορεῖν καὶ ἐν τῇ τελειότητι τῆς πρὸς τὸν Θεὸν εὐαρεστήσεως ἕτοιμον εἶναι εἰδότα ὅτι ἡ ὥρα οὐ δοκεῖ ὁ Κύριος ἔρχεται» (24).

Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, «εἰ χριστιανὸς εἶ, πόλιν οὐκ ἔχεις ἐπὶ τῆς γῆς. Τῆς πόλεως ἡμῶν τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ἐστὶν ὁ Θεός. Κἂν ἅπασαν λάβωμεν τὴν οἰκουμένην, ξένοι καὶ παρεπίδημοι πάσης ἐσμέν. Εἰς τὸν οὐρανὸν ἐνεγράφημεν, ἐκεῖ πολιτευόμεθα» (25).

Τὴν ἴδια ἀπολυτότητα συναντᾶ κανεὶς καὶ στοὺς ἀσκητικοὺς πατέρες καὶ φυσικὰ στὴν «Κλίμακα» τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου: «Χριστιανὸς ἐστὶ μίμημα Χριστοῦ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνθρώπῳ, λόγοις καὶ ἔργοις καὶ ἔννοια εἰς τὴν ἁγίαν Τριάδαν ὀρθῶς καὶ ἀμέμπτως πιστεύων».

Τὸ χριστιανικὸ βίωμα εἶναι αὐθεντικό, ὅταν ἀγαποῦμε περισσότερο τὸν σταυρὸ ἀπὸ τὴν ἄνεση, τὸν ἀγώνα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴ νίκη, ὅταν ζοῦμε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς πιὸ πραγματικὴ ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς Ἱστορίας· ὅταν ἡ πίστη μας εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸν ὀρθὸ λόγο μας, ὅταν διακρίνουμε τὴν ἀλήθεια πιὸ πολὺ μέσα στὰ μυστήρια ἀπὸ ὅσο σὲ αὐτὰ ποὺ κατανοοῦμε· ὅταν στὶς δυσκολίες μας εἴμαστε περισσότερο προσευχόμενοι καὶ λιγότερο σκεπτόμενοι· ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι ἡ χάρις εἶναι πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἀπὸ τὸν ἀγώνα μας· ὅταν ὁ ἀδελφὸς εἶναι πιὸ πλησίον ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας· ὅταν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τί εἶναι μάταιο καὶ τί γνήσιο, τί εἶναι ψεύτικο καὶ τί ἀληθινό, τί εἶναι τοῦ θελήματός μας καὶ τί τοῦ Θεοῦ, ὅταν ποθοῦμε τὸν θάνατο πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴ ζωή.

Ὁ αὐθεντικὸς χριστιανὸς εἶναι συμβατός με τὴν παράδοση καὶ τὸ δόγμα, ἀλλὰ καὶ ἔχει κάτι τὸ καινούργιο καὶ πρωτότυπο, κάτι δικό του. Ἡ διαφορετικότητά του ἑνώνει καὶ ὀμορφαίνει. Ἐπιβεβαιώνει τὴν ὁδὸ τῆς τελειότητος, διότι εἶναι «τὸ ἀπὸ τῶν ἐθνῶν σύστημα, ὅπερ ὄρος ὠνόμασται ἀροτριωμένον… Ὄρος οὖν ἡ ὑψωθεῖσα ὑπὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας ψυχή».

Τελικά, ἡ εἰκόνα τοῦ αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει καὶ πρέπει ὁ καθένας μας νὰ μιμηθεῖ, ἀλλὰ εἶναι κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει καὶ καλεῖται ὁ καθένας μας νὰ γεννήσει. Εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ ἑνὸς γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι κεκλημένος. Ἡ αὐθεντικότητα εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀναδεικνύει τὴν ἱερότητα καὶ μοναδικότητα τοῦ προσώπου.

Ὑποσημειώσεις:
1. Ρωμ. η´ 21.
2. Ἀποκ. ιθ´ 9.
3. Ματθ. ιβ´ 30.
4. Ματθ. στ´ 24.
5. Μάρκ. η´ 34.
6. Ματθ. ε´ 20.
7. Ματθ. η´ 22.
8. Ματθ. γ´ 17-34.
9. Ἀποκ. γ´ 15.
10. Ματθ. ιθ´ 21, Ἐφεσ. δ´ 13, Ἰακ. α´ 4.
11. Α´ Ἰωάν. α´ 1.
12. Ἰωάν. κα´ 24.
13. οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν. Αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν καὶ οἴδαμεν δὴ οὗτος ἐστὶν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς (Ἰωάν. δ´ 42).
14. κἀγὼ ἐώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτος ἐστὶν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ἰωάν. α´ 34).
15. Ματθ. ιδ´ 28-29.
16. Ἰωάν. στ´ 68.
17. Ματθ. ιστ´ 22-23.
18. Ἰωάν. ιγ´ 5-14.
19. Ἰωάν. ιη´ 10.
20. Λουκ. κβ´ 5.
21. Μαρκ. ιδ´ 72.
22. Ἰωάν. κ´ 3-4.
23. Μεγ. Βασιλείου, Ἠθικά, PG 31.8600-864Β.
24. Μεγ. Βασιλείου, Ἠθικά, PG 31.8680-Η690.
25. Ἰωάν. Χρυσοστόμου. Εἰς τοὺς Ἀδριάντας ΙΖ´, ΕΠΕ 32.534, PG 52.772.

Την ομιλία μπορείτε και να την ακούσετε σε αφήγηση του π. Εμμανουήλ Πετράκη, εφημέριου Ι.Ν. Αγίου Νεκταρίου Χανίων, για την εκπομπή Περίπατος στο Διαδίκτυο από το Ράδιο Μαρτυρία.





http://istologio.org/?p=5629#more-5629

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC