Αρχική > News > Ἀντίδωρον ἀγάπης καὶ σεβάσμοῦ στὸν ἀλήστου μνήμης Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μαραθῶνος κυρὸ Μελίτωνα

Ἀντίδωρον ἀγάπης καὶ σεβάσμοῦ στὸν ἀλήστου μνήμης Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μαραθῶνος κυρὸ Μελίτωνα

Τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μαραθῶνος κυρὸ Μελίτωνα ἀξιώθηκα νὰ τὸν γνωρίσω πρὸ τῆς χειροτονίας μου, τὸ ἔτος 1996. Μιὰ συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ ἀπὸ Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ νῦν Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθίμου ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸ Σεραφεὶμ Τίκα ἔγινε αἰτία νὰ γνωρισθῶ μὲ τὸν ἀείμνηστο Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Μαραθῶνος. Ἦταν τότε Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ ἔμπιστος τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἀπὸ τὴν πρώτη μας γνωριμία εἰσέπραξα τὴν πατρική του ἀγάπη. Ὅταν τὸν πρωτοεῖδα, λόγῳ τοῦ ὅτι ἦτο μικρὸς τὸ δέμας, τὸν θεώρησα ὡς ἕνα μικρὸ παιδάκι, παρόλο ὅτι ἦταν μεγαλύτερος σὲ ἡλικία. Μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου κατάλαβα ὅτι ἡ ψυχή του ἦταν παιδική. Ἦταν στὸ χαρακτήρα ἕνα μικρὸ παιδάκι. Θὰ ἔλεγα ὅτι ὁ Πανιερώτατος Μαραθῶνος Μελίτων ἦταν πάντα παιδί. Ἀπὸ τὴν πρώτη γνωριμία μας μοῦ ἔδειξε μεγάλη ἀγάπη, καὶ σὲ μένα προσωπικὰ καὶ στὴ σύζυγό μου Χριστίνα. Μὲ ἐπέλεξε εὐθὺς ἀμέσως γιὰ συνεργάτη του. Ὁ ἴδιος μοῦ πρότεινε τὴν συνεργασία, παρόλο ποὺ ἦταν Βοηθὸς Ἐπίσκοπος.

Ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μαραθῶνος ὡς Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν ἐπέδειξε μεγάλο ζῆλο γιὰ τὴν ἐπίλυση πολλῶν χρονιζόντων προβλημάτων καὶ ὑποθέσεων τῶν κληρικῶν. Ἀγαποῦσε ἀνεξαιρέτως ὅλους τοὺς ἱερεῖς. Δὲν εἶχε μὲ κανέναν κληρικὸ προηγούμενα. Ἦταν ἀκριβοδίκαιος πρὸς ὅλους. Μὰ περισσότερο, σὲ δύσκολες περιστάσεις, μᾶλλον ὑπεστήριζε περισσότερο τοὺς κληρικούς. Πολλὲς δύσκολες καταστάσεις καὶ ὑποθέσεις ποὺ ἀφοροῦσαν κληρικοὺς τὶς ἀντιμετώπιζε μὲ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο. Ἀνθρώπους-πιστοὺς ποὺ προσέρχονταν στὴν Πρωτοσυγκελλία καταγγέλοντας κληρικοὺς γιὰ κάποιες παρεκτροπές τους, ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης τοὺς ἀντιμετώπιζε μὲ μία ἀφοπλιστικὴ ἀγάπη. Δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ ἔρθουν ἄνθρωποι ἀκόμη καὶ θυμωμένοι καὶ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Πρωτοσυγκελλία ἐκνευρισμένοι. Εἶχε τὸν τρόπο νὰ τοὺς καθησυχάζει ὅλους καὶ κυρίως νὰ τοὺς ἐμπνέει τὸν σεβασμὸ πρὸς τὸ ράσο. Ἐννοεῖται ὅτι νουθετοῦσε τοὺς παρεκτρεπομένους κληρικοὺς μὲ τὸν δικό του τρόπο. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἔφερνε σὲ ἀληθινὴ μετάνοια ἦταν ὅτι τοὺς μετέγγιζε τὸ φιλότιμο. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ παρεκτραπέντα κληρικό, μετὰ ἀπὸ λίγες φωνὲς σὲ ὕφος ἔντονο, προγραμμάτιζε τὴν ἀπονομὴ τοῦ ὀφφικίου του. Πιθανὸν νὰ τὸ ἔκανε γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀνεξικακία του. Πολλοὶ εἶναι οἱ κληρικοὶ τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τὰ χέρια του τὶς δύο χειροτονίες, τὴν τοῦ διακόνου καὶ τὴν τοῦ πρεσβυτέρου. Σὲ ὅλους τοὺς νεοχειροτονούμενους ἐκτὸς τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων νουθεσιῶν τοὺς ἔδιδε καὶ τὰ ἀπαραίτητα δῶρα του. Ἀλλὰ καὶ οὐκ ὀλίγοι ἱερεῖς ἔλαβαν ἀπὸ τὰ Ἀρχιερατικά του χέρια τὰ ἐκκλησιαστικὰ ὀφφίκια. Σὲ κάποιους πρεσβυτέρους ἀπένειμε τὰ ὀφφίκια στὸ γραφεῖο τῆς Πρωτοσυγκελλίας. Ὅλοι οἱ πρεσβύτεροι ἔφευγαν ἀπὸ κοντά του πάντα εὐχαριστημένοι. Στήριζε μὲ ὅλους τοὺς τρόπους ὅλους τοὺς κληρικούς. Ἀπαραιτήτως εἶχε πάντα εὔκαιρα τὸ μικρὸ ὠμοφόριο, τὸ ἐπιτραχήλιον, ἡ ποιμαντορικὴ ράβδος καὶ τὸ Ἀρχιερατικόν.

Ἦταν ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος. Στὴν Πρωτοσυγκελλία, ἀπὸ τὸν πρῶτο ὑπάλληλο μέχρι καὶ τὸν τελευταῖο, ἦσαν ὅλοι εὐεργετημένοι. Μὲ εἰσηγήσεις του πρὸς τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸ Σεραφεὶμ πετύχαινε πάντα στὶς μεγάλες ἑορτὲς οἱ ἐργαζόμενοι στὰ γραφεῖα νὰ λαμβάνουν τὸν ἑόρτιο μποναμά τους, κάποιο ἐπιπλέον δῶρο, ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὅπως γαλοποῦλες, τσουρέκια καὶ λαμπάδες. Δὲν παρέλειπε νὰ μνημονεύει πάντοτε στὶς Ἀρχιερατικές του χοροστασίες καὶ «πάντων τῶν ἐργαζομένων καὶ τῶν κοπιώντων ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν».

Ἡ ἐλεημοσύνη του ἦταν ὑποδειγματική. Πολλοὶ ἄποροι, τῶν ὁποίων τὰ αἰτήματα δὲν ἱκανοποιοῦνταν ἀπὸ τὰ Ἐνοριακὰ Φιλόπτωχα Ταμεῖα ἤ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ Γενικὸ Φιλόπτωχο Ταμεῖο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, κατέφευγαν στὸν Ἅγιο Πρωτοσύγκελλο. Κι ἐκεῖνος εὕρισκε πάντοτε τὸν τρόπο νὰ θεραπεύει ὅλες τὶς ἀνάγκες τῶν ἐνδεῶν. Παροιμιώδεις θὰ παραμείνουν οἱ φιλανθρωπίες του πρὸς τὰ παιδιά του, ὅπως ἀποκαλοῦσε τὰ παιδιὰ τῆς Γάζας, τοὺς Παλαιστίνιους νέους ποὺ σπούδαζαν στὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἀρχιερέων τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ἀλλαχοῦ, τὸ διεπίστωναν ἰδίοις ὄμμασι, λαμβάνοντες τὸ προσωπικό του ἐγκόλπιο ὡς δῶρο τῆς ἀγάπης του. Πολλὲς φορὲς μὲ ἔστελνε στὰ παρακείμενα καταστήματα τῆς ὁδοῦ Φιλοθέης νὰ τοῦ φέρω ἄλλο ἐγκόλπιο, καθότι ἔπρεπε νὰ παρευρεθεῖ σὲ κάποια ἔκτακτη χοροστασία. Προσωπικὰ δέχθηκα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης του πάλιν καὶ πολλάκις. Κάποια φορὰ ποὺ τὸν συνόδευσα σὲ ἱερορράπτη γιὰ νὰ ράψει κάποιο ράσο μοῦ παρήγγειλε κι ἐμένα ἕνα ἀντερί. Ἄλλες φορὲς μὲ προσκαλοῦσε στὸ γραφεῖο του γιὰ νὰ μοῦ ἐπιδώσει κάποια χρηματικὴ εὐλογία γιὰ νὰ τὴν μεταφέρω σὲ κάποιους ποὺ τὴν εἶχαν ἀνάγκη. Δὲν θὰ ξεχάσω ὅτι σὲ κάποια τελετὴ ποὺ θὰ γινόταν στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἶχαν ἔλθει φανταράκια νὰ μεταφέρουν στασίδια, καθίσματα καὶ διάφορα βαρειὰ ἔπιπλα, ἐκεῖνος τὰ προσκάλεσε ὅλα κοντά του καὶ τοὺς μοίρασε ἀπὸ τὸ πορτοφόλι του πεντοχίλιαρα, ὅταν εἴχαμε ἀκόμα τὶς δραχμές. Τὰ φανταράκια τὸν καταευχαρίστησαν. Ἤθελε νὰ δίδει χαρὰ καὶ χαμόγελο σὲ ὅλους. Γνώριζε ἀπὸ φτώχεια καὶ ἀνημποριὲς καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔβαζε πολλὲς φορὲς τὸν ἑαυτό του στὴ θέση τῶν ἄλλων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ὡς διάκονος τὸν συνόδευα σὲ πανηγύρια ναῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ὅτι, τὶς περισσότερες φορές, ὅταν ἔβλεπε νὰ γίνεται σωστὴ δουλειὰ στὰ ἀναλόγια, προσκαλοῦσε ὅλους τοὺς ἱεροψάλτες, ἀπὸ τοὺς πρώτους μέχρι καὶ τοὺς μικρότερους, καὶ τοὺς ἔδιδε χρήματα γιὰ νὰ κεραστοῦν. Ἦταν ἀληθινὰ πολὺ ἀγαπητὸς ἀπ’ ὅλους.

Δὲν ἀγαποῦσε τὴν πλεονεξία. Κάποτε κάποιος κληρικὸς ποὺ ἐτύγχανε νὰ κατέχει κάποιους ἐπίζηλους θώκους τὸν ἐπισκέφθηκε στὸ γραφεῖο τῆς Πρωτοσυγκελλίας γιὰ νὰ τοῦ ζητήσει ἀκόμη κάτι περισσότερο. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ τὸν ἀκούσουμε ὅλοι μας οἱ ἐντὸς καὶ οἱ ἐκτὸς τῶν γραφείων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Δὲν ἀγαποῦσε τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ἀπληστία. Ἀγαποῦσε τοὺς κληρικοὺς ποὺ διακονοῦσαν μὲ τιμιότητα καὶ ἀγάπη γιὰ τὸ ποίμνιό τους. Ἀπὸ κανέναν δὲν στέρησε τὰ νόμιμά του.

Καθιέρωσε τοὺς ἐπιταφίους στὰ κοιμητήρια προκειμένου νὰ ἀπαλύνεται, ὅπως μᾶς ἔλεγε, ὁ πόνος τῶν περιλειπομένων. Δὲν κουραζόταν νὰ κάνει δύο καὶ τρεῖς ἐπιταφίους σὲ Κοιμητήρια τῶν Ἀθηνῶν τὶς Μεγάλες Παρασκευές. Καὶ κατόπιν χορροστατοῦσε σὲ κάποια ἐνορία. Ἤθελε οἱ κληρικοὶ ποὺ διακονοῦσαν στὸ Κοιμητήριο νὰ εἶναι εὐπρεπεῖς στὴν ἐμφάνιση καὶ φυσικὰ πάντα μὲ ἐξώρασον. Ὡς Πρωτοσύγκελλος ἔστελνε, ἰδιαίτερα τὶς μεγάλες ἡμέρες τῆς Χριστιανοσύνης, κληρικοὺς ποὺ ποτέ τους δὲν διηκόνησαν στὰ Κοιμητήρια, προκειμένου μὲ τὴν παρουσία τους νὰ ἐνισχύσουν τοὺς πονεμένους συνανθρώπους μας. Ἐντολή του ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ ἦταν μὲ ράσον καὶ καλυμμαύχι!

Κάποτε μοῦ εἶπε: «Πάτερ Θεμιστοκλῆ, ὁ Μελίτων ἔχει μάθει στὴ ζωή του τὸ σκαμνὶ νὰ τὸ κάνει θρονί». Πολὺ μοῦ ἄρεσε αὐτὴ ἡ φράση του. Ἐνδεικτικὴ τοῦ τρόπου τῆς ποιμαντικῆς του. Εἶχε προηγηθεῖ κληρικὸς στὴν Πρωτοσυγκελλία ποὺ τοῦ ζητοῦσε μετάθεση γιὰ ἐπίζηλη θέση. Πάντα μοῦ ἐμπιστευόταν κάτι ποὺ συνέβαινε στὸ γραφεῖο. Κι αὐτὸ μοῦ τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὲ διδάξει μὲ τὴν πεῖρα του. Τὸν εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ ὅσα ἔκανε γιὰ τὴν ἱερατική μου ἄνδρωση. Κάποτε, πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Σεραφείμ, προσκάλεσε ὅλους τοὺς διακόνους καὶ τοὺς ὅρισε ἡμέρα χειροτονίας. Μὲ προσκάλεσε κατόπιν κι ἐμένα στὸ γραφεῖο του ἰδιαιτέρως. Τότε μοῦ εἶπε: «Εἶσαι ἕτοιμος νὰ σὲ χειροτονήσουμε πρεσβύτερο;». Ἐγὼ μὲ ἁπλότητα τοῦ εἶπα: «Θεοφιλέστατε, ἀφοῦ ὅλοι θὰ χειροτονηθοῦν, ποιὸς θὰ μείνει διάκονος τοῦ Γέροντος Ἀρχιεπισκόπου μας;». Τόσο πολὺ χάρηκε ποὺ μὲ τὸν τρόπο μου δὲν δέχθηκα νὰ μὲ χειροτονήσει, ποὺ μὲ ἀγκάλιασε καὶ μοῦ εἶπε: «Νὰ ξέρεις ὅτι οἱ ἀξίες δὲν χάνονται ποτέ!». Ἀγαποῦσε τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπό μας κυρὸ Σεραφεὶμ Τίκα τόσο πολὺ ποὺ δὲν ὑπῆρχε περίπτωση καὶ περίσταση χωρὶς νὰ τὸν μνημονεύσει. Ἄλλωστε ἀπὸ τὰ χέρια του ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ στὸν ὑψηλὸ θῶκο τῆς Πρωτοσυγκελλίας. Μεγάλη θέση καὶ μεγάλος τίτλος. Τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὸν Σεπτὸ Προκαθήμενο τὴν ἐκδήλωνε παντοιοτρόπως καὶ ποικιλοτρόπως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φαινόταν καὶ ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο περιποιόταν τὸν Γέροντα καὶ ἀνήμπορο Ἀρχιεπίσκοπο.

Κάποτε, ἐνθυμοῦμαι, ἐπισκέφθηκε τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν ἕνας ἐπίσκοπος τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς ἐπίσημος ἐπισκέπτης. Ὁ ἀείμνηστος κυρὸς Μελίτων τὸν δέχθηκε στὴν ἀρχὴ στὰ γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Πρωτοσυγκελλίας καὶ κατόπιν τὸν δεξιώθηκε σὲ κάποιο ἑστιατόριο στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Ἐκεῖ ὁ ἀείμνηστος συνομιλοῦσε μαζί του στὰ ρωσικά. Μὲ κατέπληξε ποὺ γνώριζε τόσο καλὰ τὴν ρωσικὴ γλῶσσα. Δὲν ἄργησα νὰ ἀντιληφθῶ ἀπὸ τὴ θέση μου ὡς εἰσηγητοῦ στὴν Πρωτοσυγκελλία ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἐκτὸς τῆς Ρωσικῆς γλώσσας ὁμιλοῦσε ἄλλες τέσσερις γλῶσσες πολὺ καλὰ ἕως ἄριστα. Ὁμιλοῦσε τὴν γαλλική, τὴν ἀγγλική, τὴν ἀραβική, τὴν ἑβραϊκή. Εἶχε τὸ χάρισμα τῆς πολυγλωσσίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπικοινωνίας μὲ ὁποιονδήποτε. Ἔκανε καλὴ παρέα καὶ πάντα προκαλοῦσε σὲ ὅλους τοὺς συνομιλητές του ἕνα αἴσθημα χαρᾶς καὶ ψυχικῆς εὐφορίας.
Ἦταν λιτοδίαιτος στὸ φαγητό του. Ἔτρωγε μία φορὰ τὴν ἡμέρα πολὺ καλά. Τὸ πρωὶ ἐκτὸς ἀπὸ καφὲ δὲν ἔτρωγε ἀπολύτως τίποτα. Τὰ βράδυα δὲν συνήθιζε νὰ τρώει.

Στὰ γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν ἤθελε νὰ εἴμαστε ὅλοι στὴν ὥρα μας. Ποτὲ δὲν ἔκανε κατάχρηση τοῦ χρόνου τῶν ἐργαζομένων, ἰδιαιτέρως ὅλων ὅσοι εἴμαστε μετακλητοὶ κληρικοί. Ὅταν ἔφθανε ἡ ὥρα μία τὸ μεσημέρι, μᾶς ἔδιωχνε ὅλους ἀπὸ τὰ γραφεῖα. Ὅ,τι καὶ νὰ κάναμε ἕπρεπε νὰ τὸ σταματήσουμε καὶ νὰ φύγουμε. Θὰ μᾶς μείνει ἀξέχαστη ἡ εὐλαβικὴ συνήθειά του πού, ὅταν ἔμπαινε τὸ πρωὶ στὰ γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, θυμίαζε. Περιερχόταν ὅλα τὰ γραφεῖα καὶ εὐχόταν τὴν ὡραία «καλημέρα» του σὲ ὑψίφωνες νότες. Κάθε πρωτομηνιά, ἐφόσον δὲν λειτουργοῦσε σὲ κάποιο ναό, τελοῦσε τὸν ἁγιασμὸ στὸ γραφεῖο τῆς Πρωτοσυγκελλίας, παρουσία ἁπάντων τῶν ἐργαζομένων. Ἕνα χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τῆς διοικήσεώς του ἦταν ἡ ἀμεσότητα καὶ ἀποτελεσματικότητα. Ποτέ του δὲν γέμιζε τὸ γραφεῖο του μὲ ἀδιεκπεραίωτα ἔγγραφα καὶ ὑποθέσεις χρονίζουσες. Μόλις ἐλάμβανε κάποιο ἔγγραφο, ἀμέσως καὶ τὸ διεκπεραίωνε. Μοῦ ἔλεγε τότε: «Πάτερ Θεμιστοκλῆ, ὅλες οἱ ἐργασίες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μας πρέπει νὰ διεκπεραιώνονται αὐθημερόν. Ἄν τὶς ἀφήνουμε γιὰ τὴν ἄλλη ἡμέρα, ποτέ μας δὲν θὰ προλάβουμε νὰ τὶς διεκπεραιώσουμε». Πόσο δίκαιο εἶχε ὁ ἀείμνηστος!

Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν λατρεία ἦταν μεγάλη. Τοῦ ἄρεσε νὰ λειτουργεῖ τακτικὰ καὶ ἀνελλιπῶς. Ἐκήρυττε πάντοτε καὶ ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ. Τὸ κήρυγμά του ἦταν ἐμπειρικό, θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιαστικό. Ποτέ του δὲν παρέλειπε νὰ ἀναφέρει κάτι καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους ποὺ τόσο ἀγάπησε. Ὅταν μιλοῦσε γιὰ κάποιο θέμα σχετικὸ μὲ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μας, ἔνοιωθες ὅτι ὁμιλοῦσε σὰν νὰ βρισκόταν ἐκείνη τὴ στιγμὴ στοὺς Ἁγίους Τόπους. Τελευταῖα ποὺ ἐπισκέφθηκε τὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ πολλὴ ὥρα ἦταν πεσμένος πάνω στὸν Πανάγιο Τάφο καὶ προσευχόταν ἀπερίσπαστα, ὅπως μᾶς ἀνέφερε ὁ Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης κ. Ἀρίσταρχος, Ἀρχιγραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας. Ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του τὸ πέρασε ἐκεῖ καὶ μάλιστα στὰ παιδικά του χρόνια ὡς μαθητὴς τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς τῆς Ἁγίας Σιὼν Ἱεροσολύμων.

Κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἀπαιτοῦσε ἱεροπρέπεια καὶ τάξη. Ὁ ἴδιος εἶχε πανθομολογουμένως δύσκολο λειτουργικὸ τυπικὸ στὴν παρακολούθησή του. Ἦταν κάποιες φορὲς ἀπρόβλεπτος. Ὡστόσο ἐκεῖνο ποὺ τὸν διέκρινε ἦταν ὁ ζῆλος του νὰ μεταρσιώνει τοὺς ἐκκλησιαζομένους πιστούς. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ κι ἐπειδὴ πῆρε πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν ἱεροσολυμητικὴ τάξη, τὰ χρησιμοποιοῦσε εὐκαίρως ἀκαίρως.
Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμα ἦτο ἀσθενὴς στὸ νοσοκομεῖο μετὰ ἀπὸ μιὰ μεγάλη περιπέτεια τῆς ὑγείας του, τὸν ἐνθυμούμαστε στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου ἀντὶ νὰ δέχεται τὴ συμπαράστασή μας, ἐκεῖνος μᾶς ἐνεθάρρυνε καὶ μᾶς στήριζε. Εἶχε τὸ μεγάλο χάρισμα τῆς ὑπομονῆς.
Ἡ μαθητεία κοντά του ἦταν, γιὰ μένα προσωπικά, ἕνα μεγάλο διδασκαλεῖο. Ἕνα ἀληθινὸ πανεπιστήμιο. Ἄς ἔχουμε τὴν εὐχή του ὅλοι ὅσοι τὸν γνωρίσαμε καὶ τὸν συναναστραφήκαμε.
Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ ἀειμνήστου Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μαραθῶνος κυροῦ Μελίτωνος. Ἀμήν.

Πρωτ.Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου, Δρ Θ.
Διατελέσαντος Εἰσηγητοῦ τῆς Ἱερᾶς Πρωτοσυγκελλίας Ἱ. Ἀρχ. Ἀθηνῶν (1996-1999),
στενοῦ συνεργάτου τοῦ ἀειμνήστου.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC