Αρχική > News > Ἀμμάδες στὴν γυναικεία μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὸ νησὶ τοῦ Θεολόγου

Ἀμμάδες στὴν γυναικεία μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὸ νησὶ τοῦ Θεολόγου

Γερόντισσα Εὐγενία, ἡ πρυτάνισσα τῶν καλογραιῶν τῆς Πάτμου

Πρέπει νὰ μπῆκε στὸ μοναστήρι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὶς ἀρχὲς τοῦ περασμένου αἰώνα. Ἄλλωστε, αὐτὸ ἤτανε καὶ τὸ μοναδικὸ γυναικεῖο στὴν Πάτμο καὶ σχεδὸν σ’ ὁλόκληρα τὰ Δωδεκάνησα μὲ ὀργανωμένη ζωὴ καὶ παράδοση ἀπὸ τὸ 1600. Ἀκολουθοῦσε τὸν πατμιακὸ μοναχισμό: ἰδιόρρυθμο μέν, ἀλλὰ μὲ ἡγουμένη καὶ γερόντισσα ὅπως καὶ τὸ μοναστήρι τοὺ Θεολόγου.

Ἡ Εὐγενία βίωσε σ’ αὐτὸ τὸ μοναστήρι ἀπὸ τὰ νεανικά της χρόνια μέχρι τὰ ἐνενήκοντα δύο της, ποὺ ἄφησε τὴν μονὴ τῆς Παναγίας, γιὰ νὰ πασχάση στὴν αἰώνια τοῦ Πατέρα τοῦ οὐράνιου. Γιὰ τὴν μοναχὴ Εὐγενία δὲν ὑπῆρχε ἄλλη Μονὴ ἐκτὸς τῆς μετανοίας της. Αὐτὸς ὁτόπος ἦταν ἡ ἐπὶ γῆς παλαίστρα της.

- Ὁ μοναχός -ἔλεγε κάποτε στὸν πατέρα Ἄνθιμο- πρέπει νὰ κάνη ὑπομονὴ σπουδαία· δὲν πρέπει νὰ μετακινῆται ἀπὸ τόπο σὲ τόπο. Σύννεφο ἄνυδρο παρασυρόμενο ἀπὸ τὸν ἄνεμο ἀποκαλεῖ τὸν ἀκατάστατο μοναχὸ ὁ ἀπόστολος Ἰούδας στὴν ἐπιστολή του. Ὁ μοναχὸς δὲν βγάζει γλῶσσα στὸν ἡγούμενο. Καὶ δίκιο νά ’χη, σιωπᾶ. Εἴμαστε στὴν διάθεση τοῦ μοναστηριοῦ. Ὅπου ἔχει ἀνάγκη θὰ μᾶς στείλη. Ἐμεῖς τὴν ὑπακοὴ νὰ φυλάξωμε ὡς τὴν πιὸ μεγάλη ἀρετή. Ἄν κάνης τὸ δικό σου, φέροντας τὰ μοναχικὰ ράσα, εἶναι σὰν νὰ βγῆκες ἀπὸ τὶς φρένες σου.

Ἔζησε στὴν καταφρόνια καὶ ἀφάνεια, γιατὶ ἡ ἁπλότητά της δὲν τῆς ἐπέτρεπε νὰ δημιουργῆ κλίμα θαυμασμοῦ. Ἀγαποῦσε νὰ ζῆ στὴν ἄκρη, παρὰ νὰ ἐμπλέκεται στὰ κοινὰ τοῦ μοναστηριοῦ. Κάποτε τῆς ἔλεγα κάποια πράγματα ἀστεϊζόμενος. Τὰ ἄκουγε μὲ τόση προσοχή, ποὺ μοῦ ἄφησε τὴν ἐντύπωση πὼς κάτι θὰ κάνη. Ἀφοῦ τελείωσα, μοῦ λέγει:

- Καλὰ εἶναι ὅλα αὐτά, ἀλλὰ καλύτερα νὰ τὰ βάλης μ’ ἕνα χωριὸ παρὰ μὲ μιὰ καλογριά.
Ἐθαύμασα τὸν στοχασμό της καὶ ἐσιώπησα.
Ἐπεδίωκε τὴν εἰρήνη. Καθόλου δὲν τῆς ἄρεσε ἡ προβολὴ καὶ τὸ δικαίωμα.Ὅ,τι ἔκανε στὸ μοναστήρι τὸ ἔπραττε συνεσταλμένα σὰν χθεσινὴ μοναχή.
- Ἄφηνε, πάτερ Γρηγόριε, νὰ μετρᾶ ὁ Θεὸς τὰ χρόνια τῆς διακονίας μας στὸ μοναστήρι καὶ ὄχι ἐμεῖς.
Ἐξῆντα χρόνια κάθε Σάββατο σάρωνε καὶ καθάριζε τὸ ἡγουμενεῖο σὰν ντροπαλὴ ὑπηρέτρια. Τὴν ὥρα ποὺ γίνονταν κεράσματα ὑψηλῶν προσώπων, ἄλλες Μάρθες καὶ Μαρίες παρουσιάζονταν. Κρατοῦσε πάντα τὸ κάτω μέρος τῆς σκάλας στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ μὴ γυρίση καὶ πέσουνε.

Περισσότερο ἀπὸ τριάντα χρόνια ὑπηρέτησε μιὰ περίεργη σαλή. Στὶς ἐξάρσεις καὶ στὶς φωνές της οἱ καλογριὲς ὁμοθυμαδὸν διεμαρτύροντο πὼς ἐνωχλοῦντο, ἀλλ’ ἡ Εὐγενία ἔκανε τὰ πάντα νὰ τὶς εἰρηνεύη. Ζοῦσε πάντα μὲ τὸν φόβο μὴ διώξουνε τὴν ἄρρωστη καὶ τὶ θὰ ἀπογίνη. Κάθε πρωὶ ἔπρεπε νὰ τὴν πλύνη καὶ νὰ τὴν ἀλλάξη. Εἶχε ἕναν μεγάλο πειρασμὸ αὐτὴ ἡ κόρη: ὅλη τὴν ἡμέρα νὰ κάνη τὰ ροῦχα της κορδέλες. Τόσο τὰ κουρέλιαζε, ποὺ ἦταν ἀδύνατο νὰ μπαλωθοῦνε καὶ νὰ ξαναφορεθοῦνε. Καὶ ποῦ νὰ βρεθοῦνε ροῦχα ἐκείνη τὴν ἐποχή; Τῆς ἔλεγε σὲ τόνο χαμηλό:

- Μὴ τὰ σχίζης, κόρη μου, δὲν ἔχω ἄλλα.
- Ἐσὺ τὴν δουλειά σου κι ἐγὼ τὴν δικιά μου.
Καὶ ἄκουγες τὸ σχίσιμο τῶν ρούχων σὰν νὰ περπατοῦσες πάνω σὲ συκόφυλλα.
Μετὰ τὸ πρωινὸ ἄλλαγμα, ἔπρεπε νὰ τῆς προσφέρη τὸν καφὲ σὲ ὄμορφο φιρφιρένιο φλιτζάνι. Εἶχε τὴν ἀπαίτηση νὰ στέκεται μπροστά της τὴν ὥρα τοὺ ροφήματος. Μόλις τελείωνε, τὴν ἔλουζε στὰ μοῦτρα μὲ τὰ κατακάθια τοῦ καφὲ καὶ ἔσπαγε σὲ γέλια. Ἄν ἔφευγε, χαλοῦσε τὸν κόσμο. Ἔκανε σὰν γουρούνι ὅταν τὸ σφάζουνε. Ἔτσι, προκειμένου νὰ μὴ προκληθῆ θόρυβος, παρέμενε γιὰ τὸ λούσιμο μὲ τὸν καφέ. Ὁ πειρασμός, ὅσο ἔβλεπε τὶς θυσίες τῆς μοναχῆς γιὰ τὴν σαλή, ποὺ οἱ πολλοὶ τὴν εἶχαν γιὰ χαμένο πρᾶγμα, τοσούτω μᾶλλον ἔστηνε παγίδες. Ἀπὸ τὰ πολλὰ πλυσίματα τῶν ρούχων καὶ λουσίματα τῆς ἄρρωστης ἔβγαλαν ἐκζέματα τὰ χέρια της, ἔγιναν ἀπὸ τὶς παλάμες μέχρι τοὺς ἀγκῶνες μιὰ πληγή, ποὺ καθόλου δὲν διέφερε τῆς λέπρας. Οἱ οἰκεῖοι της σήκωσαν ἐπανάσταση στὴν καλὴ γερόντισσα Εὐγενία νὰ τὴν διώξη ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἄλλως θὰ τὴν ἔδιωχναν ἐκεῖνοι. Εὑρισκόμενη σὲ ἀδιέξοδο, ἄρχισε νὰ παρακαλῆ τὴν Παναγία νὰ τῆς θεραπεύση τὰ χέρια, γιὰ νὰ μὴ ξεσηκώνωνται οἱ συγγενεῖς της.

Εἶχε ἀκουστὰ πὼς σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις οἱ παλιοὶ χριστιανοὶ ἔκαναν Λειτουργία στὴν Παναγιὰ καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔψαλλαν τὸ «Ἄξιόν ἐστιν» ἅπλωναν τὰ χέρια τους μέχρι ποὺ τὰ χτυποῦσαν στοὺς τοίχους τῆς ἐκκλησίας καὶ ἔλεγαν: «Διῶξε, Παναγία μας, τὸ κακό». Ἔτσι, καὶ ἡ καλή μας καλογριὰ ἔκανε τὴν νύχτα Λειτουργία στὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῶν Ἀγγέλων καὶ τὴν ὥρα τοῦ «Ἄξιόν ἐστιν» παρακαλοῦσε νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸ κακό, ἔχοντας ἁπλωμένα τὰ χέρια της. Σὰν ξημέρωσε καὶ κόπιασαν οἱ συγγενεῖς νὰ ἀπομακρύνουν τὴν σαλή, τοὺς ἔδειξε τὰ χέρια της:

- Δέστε, δὲν ἔχουν τίποτε. Μὴ γένοιτο νὰ βγάλετε τὴν ἄάρρωστη στὸν δρόμο· ἀκαρδιά, ἁμαρτία.
Πέρασαν πολλὰ χρόνια, αἴροντας τὸν σταυρὸ τῆς ἀνέχειας, τῆς σαλῆς καὶ τῆς μεμψιμοιρίας τῶν καλογραιῶν.
-Ὅταν τὴν νύχτα ἦταν ἀνήσυχη, καμιὰ τὸ πρωὶ δὲν μοῦ ἔλεγε «καλημέρα». Δὲν εἶναι εὔκολο, καλογεράκια μου, νὰ τελειώνη ἡ ἀκολουθία καὶ νὰ ἀντικρύζης σαράντα πρόσωπα συνοφρυωμένα. Πῶς νὰ σταθῆς ὅλη τὴν ἡμέρα μέσα σ’ αυτὴν τὴν ψύχρα;
Μ’ ὅλα αὐτά, ποτὲ δὲν χαλοῦσε ὁ λογισμός της γιὰ καμιὰ καλογριά. Ἐκείνη τὰ πάντα ἔκανε, γιὰ νὰ τοὺς ὑποκλέψη τὴν ἱλαρότητα τοῦ προσώπου καὶ νὰ διασκεδάση τὸν δίκαιο θυμό τους.
Ὅταν ἡ σαλὴ πλησίαζε στὸ τέλος της, κάλεσε τὴν ταλαιπωρημένη μοναχὴ καὶ ἐφθέγξατο λόγια παραμυθίας:
- Εὐγενία μου, σ’ εὐχαριστῶ γιὰ ὅσα ἔκαμες γιὰ μένα κι ἐσὺ νὰ μὲ σχωρέσης γιὰ ὅσα σοῦ ἔκαμα. Φώναξε παπά νὰ διαβάση εὐχέλαιο καὶ νὰ κοινωνήσω, γιατὶ ἐγὼ σὲ τεσσαράκοντα μέρες θὰ πεθάνω.
Ἡ Γερόντισσα δὲν τὴν πίστεψε («Τρελὴ εἶναι, ἄσ’ την νὰ λέη» σκέφθηκε), ἀλλ’ ὅσο περνοῦσαν οἱ μέρες, περιώριζε τὸ φαγητὸ καὶ τὶς τρέλες της.
- Φώναξα τὸν ἐφημέριο τῆς Μονῆς καὶ ἔκανε αὐτὰ ποὺ ζήτησε -συνέχισε ἡ Γερόντισσα. Μοῦ ζήτησε ἀκόμη στὴν θανή της νὰ καλέσω τὸν ἡγούμενο καὶ ὅλους τοὺς παπάδες τοῦ μοναστηριοῦ καὶ νὰ τὴν στολίσω μὲ πολλὰ-πολλὰ λουλούδια. Ὁ καιρὸς ἤτανε χειμώνας· ποῦ νά ’βρισκα τὰ λουλούδια; Καὶ οἱ πολλοὶ παπάδες ἤθελαν καί εὐλογίες. Ἐγὼ τί θὰ τοὺς ἔδινα; Καὶ ὅμως στὴν ἐκφορά της καὶ λουλούδια φέρανε καὶ ὁ ἡγούμενος μὲ τοὺς παπάδες ἤρθανε ἀπρόσκλητοι. Γρηγόριε, ἐπιθύμησε τὰ καλὰ καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ σοῦ τὰ στερήση, ὅσο κι ἄν Τὸν ἔχης λυπήσει μὲ τὶς ἀταξίες σου. Ἄλλη φορά, ποὺ ὁ ἐφημέριός τους ἔπεσε στὴν δυσμένεια τῆς Μονῆς, πάντες ἐξεγέρθησαν ἐναντίον του. Ἡ Εὐγενία εἶχε ἄλλη τοποθέτηση. Ἔβλεπε πὼς ἤθελαν νὰ τὸν κάνουν στὴν ἄκρια καὶ ψάχνανε γιὰ κατηγορίες καὶ συκοφαντίες. Κατέβηκε ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς μὲ τοὺς προεστῶτες πατέρες νὰ κάμουν ἀνακρίσεις γιὰ τὸν παπά τους. Μιὰ-μιὰ τὶς καλογριὲς τὶς καλοῦσαν στὸ ἡγουμενεῖο γιἀ ἀνάκριση καὶ ἔπειτα τὶς κρατοῦσαν μέσα στὸν χῶρο τοῦ ἡγουμενείου, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχει καμιὰ συνεννόηση μεταξύ τους. (Αὐτὸς ἦταν ἰταλικὸς τρόπος ἀνακρίσεως.) Κάλεσαν μὲ τὴν σειρά της καὶ τὴν Εὐγενία.

- Τί γνωρίζεις γιὰ τὸν παπά σας;
- Ὁ παπάς μας εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἁμαρτωλές ποὺ τὸν συκοφαντοῦμε.
Τό ἀπόβραδο δόθηκε ἐντολὴ νὰ καρφωθῆ ἡ πόρτα τοῦ κελιοῦ ἐξωτερικά, νὰ μὴ μπορῆ νὰ ἐξέλθη. Σημειωτέον ὅτι τὸ κελὶ οὔτε τουαλέτα εἶχε οὔτε νερό. Τὰ ὑπέμεινε καὶ αὐτὰ ἀδιαμαρτύρητα, μέχρι ποὺ ὁ ἀδελφός της τῆς ἐλευθέρωσε τὴν εἴσοδο. Πραγματικά, ἦταν ἄνθρωπος ἀγόγγυστος στοὺς πειρασμούς.
Τὴν ρώτησα ἄν ραθυμοῦσε στὴν λατρεία ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τῆς παραμονῆς της στὸ μοναστήρι ἤ ἄφησε κανόνα γιὰ ἄλλη μέρα.
- Ποτὲ δὲν τὸ ἔκανα, σκεπτόμενη πὼς ἡ ἐρχόμενη πιθανὸν νὰ εἶναι δυσκολότερη. Ἐξήκοντα χρόνια διαβάζω τὸ Μεσονυκτικὸ στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ τώρα χωρὶς δόντια δυσκολεύομαι καὶ τὰ μάτια μου δὲν μὲ βοηθοῦνε.
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ παράδοση, ποὺ στέκεται χρόνια καὶ χρόνια στὸν ἴδιο τόπο. Αὐτὸς κουβαλᾶ τὴν σκυτάλη τῆς παραδόσεως ἀπὸ τὴν μιὰ γενιὰ στὴν ἄλλη. Ἀπὸ μιὰ τέτοια ψυχή, ποὺ κράτησε τὴν λαμπάδα ἀναμμένη, πῶς νὰ μὴ τὴν λάβω στὰ χέρια μου νὰ τὴν συνεχίσω καὶ νὰ ὁμολογῶ τὴν ἀρχαία τῶν πατέρων ρήση «οὕτω παρέλαβον»; Ἦταν σοβαρὴ καλογριά· καθόλου γλυκανάλατη. Κάποτε μοναχὸς τῆς ἔστειλε φωτογραφία του κρατῶντας γάτο. Παρὰ τὴν ἀγάπη ποὺ τοῦ εἶχε, ἀπήντησε αὐστηρά: «Πάτερ, οἱ μοναχοὶ κρατοῦν σταυρό, ὄχι γάτους».
Τὸ κελί της ἦταν πτωχό, ἀλλὰ τόσο ὄμορφα νοικοκυρεμένο, ποὺ δὲν ἤθελες νὰ φύγης. Χῶρος ζωντανός, σὰν τῆς μάννας τὸ καντούνι. Τὰ εἶχε ὅλα: τὰ νοικοκυριὰ τῆς κουζίνας, τὸν ἀργαλειό, τὸ κρεβάτι. Σωστὸ χωριάτικο ἀρχοντικό. Ὅλα στὴν θέση τους μὲ καλὸ γοῦστο.

Τὰ λόγια της ἦταν λίγα, ἀλλὰ εὐαγγελικά. Κάποτε στὴν ἀνέμη ἔφτιαχνε τὰ φιτίλια τῶν λαμπάδων τοῦ Πάσχα γιὰ τὸ μεγάλο μοναστήρι. Ἔτρεμε ἀπὸ τὰ βαθιὰ γεράματα καὶ τὴν κόπωση τῶν νηστεψίμων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Τῆς λέγω:
- Γερόντισσά μου, τὸ μοναστήρι ἔχει τόσα παλληκάρια καὶ περιμένουν ἀπὸ σένα νὰ τοὺς φτιάξης τὰ φιτίλια τῶν κεριῶν;
- Εὐλογημένο παιδί, αὐτὰ τὰ λένε οἱ κοσμικοί, τὰ λὲς κι ἐσύ; Περισσότερο ἀπὸ ἑβδομῆντα χρόνια τοὺς διακονῶ. Τώρα ποὺ εἶμαι στὸ τέλος μου –μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία φορά- θὰ πῶ πὼς δὲν μπορῶ; Σώπα, σώπα καὶ ὁ Θεολόγος δίνει δύναμη. Μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ ὁσίου Χριστοδούλου περπατήσαμε τὴν καλογερικὴ ὁδό. Τώρα θὰ μᾶς ἀφήση ἀπαράκλητους καὶ ἀδύναμους;
Πάμπολλες φορὲς μοῦ ἔλεγε μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο:
- Γρηγόριε, πρῶτα νὰ καλλιεργοῦμε τὶς ἀρετὲς τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων καὶ ἔπειτα τῶν μοναχῶν. Οἱ κοσμικοὶ πολλαπλασιάζουν τὰ τάλαντά τους. Ἐμεῖς ἀπὸ τεμπελιὰ καὶ ραθυμία νὰ τὰ θάβουμε καὶ νὰ τὰ ἐξαφανίζουμε;
Κάθε Σαρακοστὴ ἑτοίμαζε μεγάλο δοχεῖο σησάμι καβουρδισμένο καὶ κοπανισμένο κι ἕνα δοχεῖο ταχίνι γιὰ τοὺς ἐρημίτες τοῦ Κουβαριοῦ. Θεωροῦσε μεγάλο πρᾶγμα τὸν ἐρημιτισμό. Εἶδα μὲ τὰ μάτια μου τὶς καλογριὲς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τὴν ὥρα ποὺ κατέβαιναν οἱ Κουβαρίτες τὶς σκάλες τοῦ μοναστηριοῦ, γιὰ νὰ φύγουν γιὰ τὴν ἔρημο, νὰ ἀσπάζωνται τὰ ράσα ποὺ σβαρνίζανε στὶς πέτρες καὶ τὰ λιθόστρωτα. Πίστευαν πὼς οἱ ἐρημίτες ἰσορροποῦν τὸν κόσμο καὶ συγκρατοῦν τὴν δίκαια ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.
- Ἐμεῖς, παιδί μου Γρηγόριε, ἀπὸ σᾶς στηριζόμαστε κι ἄς ἔχω τόσα χρόνια στὸ μοναστήρι. Ἐμεῖς τὰ ἔχουμε ὅλα. Ἐσεῖς ἀπὸ τὰ ξερὰ βράχια τίποτες δὲν ἔχετε νὰ πάρετε. Καὶ τὸ ψωμί σας εἶναι πάντα μπαγιάτικο. Ἐμεῖς τὸ παίρνουμε ἀπὸ τὸν φοῦρνο βλασερό. Ἀχνίζει ὅταν τὸ κόβουμε.
Ζύμωνε ἡ καλὴ γριὰ καὶ ἔψηνε παξιμάδια γιὰ τὰ «παιδάκια τῆς ἐρήμου». Ἔπλεκε κάλτσες καὶ διάφορα μάλλινα γιὰ τοὺς πτωχοὺς μοναχούς.
- Τίποτα δὲν ἶναι, ἀδέλφια μου, αὐτὰ μπροστὰ στὸ μήνυμα ποὺ ἀφήνει ἡ ἐρημικὴ ζωή σας στὴν κοινωνία τῆς Πάτμου. Καὶ περισσότερο σ’ ἐμᾶς τὶς γριὲς μοναχὲς εἶναι παρηγοριὰ νὰ νιώθουμε πὼς πίσω ἀπὸ τὰ ψηλὰ βουνὰ τοῦ Προφήτη Ἠλία εἶναι μοναχοὶ καὶ μάλιστα νέοι στὴν ἡλικία.
Στὸν ἀργαλειό –κρεβαταριὰ ὅπως τὸν ἔλεγαν στὸ χωριό μου- ὕφαινε διάφορα πράγματα καὶ ἐξοικονομοῦσε τὰ πρὸς τὸ ζῆν. ’Ήτανε σπουδαία ὑφάντρα. Ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό της αὐτό, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό της Θεόκτιστο μοναχό, ποὺ καὶ αὐτὸς μύριες δουλειὲς ἔκανε (ἔσπαζε πέτρες, ἔκτιζε πεζούλια, ὕφαινε μὲ γιδότριχα στρωσίδια), βοηθοῦσαν τὴν χήρα ἀνιψιά τους, ποὺ εἶχε πολλὰ παιδιά, νὰ μὴ ξεστρατίσουν.
Ὅταν πέρασαν τὰ εὐλογημένα χρόνια τῆς ἀκμῆς καὶ τῆς ἰσχύος καὶ εἶδε πὼς τὴν ἄφηναν οἱ δυνάμεις της, ὕφανε σ’ ὅλους τοὺς μοναχοὺς καὶ ἱερομονάχους τῆς Πάτμου ἀπὸ ἕνα λευκὸ χράμι γιὰ εὐλογία. Τὴν βρῆκα λοιπὸν στὸν ἀργαλειὸ τρεμάμενη νὰ ὑφαίνη.
- Τίνος εἶναι πάλι αὐτὸ ποὺ ἑτοιμάζεις;
- Τοῦ τάδε ἱερομονάχου.
- Δὲν ἔχει ἀνάγκη, ἀδελφή μου.
- Μὴ σκέπτεσαι ἔτσι, παιδί μου. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δὲν δουλεύεται μὲ τὸ μυαλό, ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιά. Ἄν στηριζόμουνα στὸν νοῦ μου, οὔτε μέρα θὰ καθόμουνα στὸ μοναστήρι. ’Άφηνε τὴν καρδιά σου ἐλεύθερη· μὴ τὴν δεσμεύης στὴν ξερὴ λογική. Ἡ καρδιά, ἄν ἀφεθῆ στὶς αὖρες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μεγαλουργεῖ. Ὁ μοναχὸς δὲν εἶναι λογικός, χωρὶς νὰ εἶναι καὶ τρελός. Γι’ αὐτὸ ἐπιχειρεῖ νὰ πετάξη στὸν οὐρανὸ μὲ τὸν ἀετὸ τοῦ Θεολόγου. Ἡ ἐλεύθερη καρδιὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ καὶ χτυπᾶ κάθε ὥρα τὴν πόρτα τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς χτυπᾶ, ὅπως λέγει στὴν Ἀποκάλυψη· ἐμεῖς νὰ χτυποῦμε. Ἐμεῖς πάντα ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Χριστοῦ, ὄχι ὁ Χριστὸς ἔξω ἀπὸ τὴν δική μας.

Ἤτανε σπουδαία καὶ στὴν φιλοξενία. Εὐφραίνετο τὸ πρόσωπό της σὰν τὴν μάννα ποὺ βλέπει τὰ παιδιά της. Ἑτοίμαζε καὶ σιγοψιθύριζε: «Παι’άκια μου, παι’άκια μου, τοῦ Χριστοῦ παι’άκια μου».
Κάποτε, ἔπειτα ἀπὸ ἀγρυπνία τοῦ Θεολόγου στὸ μεγάλο μοναστήρι, περάσαμε ἀπὸ τὸ κελί της. Μᾶς ἀνέμενε. Εἶχε τὶς τηγανιτές.
- Νὰ μὲ σχωρέσετε, καλογεράκια μου, δὲν αἰσθανόμουν καλὰ καὶ τηγάνισα δυό-δυό τὶς γόπες.
Στὸ κελί της ἔνιωσα τί σημαίνει εὐλογία. Σκέτα μακαρόνια μὲ λίγο τυρί, χωρὶς σάλτσες, μᾶς προσέφερε καὶ ἦταν πεντανόστιμα. Πόσα χρόνια πέρασαν καὶ τ’ ἀναζητῶ σὰν μοναδικὸ φαγητό. Τραπέζι δὲν ὑπῆρχε. Μιὰ καθαρὴ πετσέτα στρώναμε στὰ γόνατα καὶ κάναμε συμπόσιο σπουδαῖο. Δὲν μᾶς ἔδωσε ποτὲ τὴν αἴσθηση πὼς μᾶς βαριέται. ’Ίσως τώρα καὶ στὸν οὐρανὸ θὰ μᾶς προσμένη νὰ καμαρώση τὰ μοναχικὰ ράσα. Κι ὅταν ἀκόμα ἀφήσαμε τὴν Πάτμο, σύναζε ἐλέη καὶ περίμενε νὰ βρῆ τρόπο νὰ μᾶς τὰ ἀποστείλη.
Οἱ παλιοὶ μοναχοὶ εἴχανε χαρὰ μεγάλη στὴν παρουσία τῶν μοναχῶν. Ἄνοιγαν τὰ μάτια τους σὰν νὰ ἔβλεπαν προφητικὰ πράγματα- Ἀγγέλους ἐπὶ τῆς γῆς. Ἀπὸ τὸ εὐφρόσυνο αὐτὸ κοίταγμα μετροῦσες τὴν ἐπιτυχία τοῦ γηραιοῦ μοναχοῦ στὰ παλαίσματά του.’Άν ἦταν ἀποτυχημένος μοναχός, τὸν ἔβλεπε μὲ ἀποστροφή: «Θὰ προκόψη καὶ αὐτὸς ὅπως ἐγώ».
Ἡ Εὐγενία ἦταν ζηλώτρια μοναχή, εἰρηνική. Παρὰ τὸ σωματικό της εὖρος ἦταν χαμηλῶν τόνων καὶ ἡσύχιος ἄνθρωπος. Ἡ σκληρὴ ἄσκηση δὲν τῆς ἐξανέμισε τὰ ἀνθρώπινα συναισθήματα. Στὸ κελί της εἶχε ἀφήσει στὸν τοῖχο τὸ καρφί, στὸ ὁποῖο κρεμοῦσε ὁ μακαριστὸς ἀδελφός της τὸ ράσο του, ὁσάκις τὴν ἐπεσκέπτετο. Ἤθελε ἐκεῖ νὰ κρεμοῦμε καὶ τὸ δικό μας, γιὰ νὰ ἐνθυμῆται τὸν ἀδελφό της. Ἐθλίβετο πολύ, ὅταν δὲν μάθαινε νέα μας. Εἶχε μαλακὴ καρδιὰ καὶ πονοῦσε τὴν ταλαιπωρία τοῦ κόσμου. Παλιὸς ἄνθρωπος, ἀγάπης, ὑπομονῆς καὶ ἡσυχίας. Ἄφηνε στὴν σκιά της δροσιὰ σὰν τὴν ὑψίκορμη ἐλάτη.
Δροσερὴ πηγούλα στὴν μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὰ ποὺ λέγω. Μιὰ ἁμαρτωλὴ ὕπαρξη μοῦ ἐξομολογεῖτο: «Βλέπω ἀνάξιο τὸν ἑαυτό μου. Δὲν εἰσέρχομαι στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ στὴν σκιά της παρακαλῶ τὸν Θεόν». Προεῖδε πὼς ὁ πατὴρ Ἰωσὴφ θὰ πεθάνη πιὸ μπροστὰ ἀπὸ κείνη, ἄν καὶ ἦταν πολὺ νεώτερός της. Γλυκειὰ γιαγιὰ ἡ Εὐγενία. Μέσα στὰ μαῦρα της ράσα ὅλους θώπευε ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου της. Ἡ βαθειά της πίστη μὲ ἐκαρδίωνε τὶς ὧρες ποὺ λιποψυχοῦσα. - Καλογεράκι μου, οἱ θλίψεις καὶ οἱ πειρασμοὶ θὰ σὲ μεστώσουν, ἀλλιῶς ζούφιος θὲ νὰ μείνης σὰν τὸ σιτάρι ποὺ τὸ χτύπησε ὁ λίβας. Ὁ Θεολόγος νὰ σὲ κρατύνει. Καὶ μὲ σταύρωνε μὲ τὸ χεράκι της, βάζοντας στὸ θυμιατὸ μύρα τοῦ Ἐπιταφίου, γιὰ νὰ μὴ μὲ βασκάνη ὁ διάβολος.
Ὅταν βάζω τὰ πρόσωπα αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς συνδέει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, στὸν νοῦ μου, εἰσέρχομαι σὲ ὄαση παραδεισένια, ξεχνῶ καὶ αὐτὸν τὸν ἑαυτό μου καὶ αἰσθάνομαι τὴν χαρὰ τῆς ζωῆς, ἀληθινὴ πρόγευση τοῦ παραδείσου. Εἶχε καὶ ἕνα ἄλλο χάρισμα ἡ Γερόντισσα. Νοσήλευε τὰ διάφορα σπασίματα τοῦ σώματος. Χρησιμώτατη διακονία στὴν ἀπομονωμένη Πάτμο. Εἶχε καλλιεργήσει αὐτὸ τὸ χάρισμα καὶ ἤτανε σπουδαία γιατρός. Βέβαια πρακτικός, ἀλλὰ βαθὺς γνώστης τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἰάτρευε τὶς κακώσεις προτοῦ ὁ πάσχων πολυκαταλάβη τί θὰ τοῦ γίνη. Ἤμουνα μπροστά, ὅταν ἦρθε νέος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ μὲ στραμπουλιγμένο τὸ χέρι του. Τὸ κοίταξε καλά. Τοῦ εἶπε νὰ ἁπλώσει τὴν παλάμη του στὴν γῆ. Ἐντελῶς ἀνυποψίαστος ἐκεῖνος γιὰ τὸ τί θὰ κάνη ἡ Γερόντισσα, συμμορφώθηκε. Καὶ ξαφνικὰ ἐκείνη τὸ πάτησε. Ἔβγαλε τὴν κραυγὴ τοῦ πόνου τὸ παλληκάρι καὶ ἰάθη ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. Ὅταν στὰ βαθιά της γεράματα ἔσπασε τὸ πόδι της, τὴν πήγανε στὸν ὀρθοπεδικὸ στὸ νοσοκομεῖο τῆς Καλύμνου. Παρακαλεῖ τὸν γιατρὸ νὰ τὴν ἀνασηκώση, γιὰ νὰ τοῦ ὑποδεἰξη τί νὰ κάνη. Τοῦ λέγει:
- Ἔτσι ποὺ τὰ φτιάχνεις, θὰ στραβώσουν τὰ δάχτυλα καὶ δὲν θὰ μπορῶ νὰ περπατήσω.
Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ἐζήτησε ἀργότερα νὰ τῆς κόψουν τὰ δάχτυλα, γιὰ νὰ βαδίζει. Χαριεντιζόμενος τῆς εἶπα:
- Πόσα παίρνεις ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἰάσεις;
- Παι’άκι μου, φύγε ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, δὲν εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς θεραπεύει δωρεὰν κι ἐμεῖς μὲ τὴν ψευτονοσηλεία μας πληρωμὴ θέλουμε;
Τότε ξεχώρισα τί εἶναι θεραπεία καὶ ποιός τὴν κάνει καὶ τί εἶναι νοσηλεία. Ἀγράμματη ἡ Εὐγενία, ἀλλὰ κοντά της προέκρινα, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος, τὸν νοῦν ἀπὸ τὰ γράμματα.
Ἐκοιμήθη ἡ Εὐγενία. Ἁγνὴ καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Ἀπείρανδρος καὶ ἀπειρόκακος, ὅπως ἐδιδάχθη ἀπὸ τὴν Παναγία τὴν Ἐλεοῦσα τοῦ μοναστηριοῦ της. Σὲ τρεῖς χρόνους ἔγινε ἐκταφὴ τοῦ λειψάνου. Εὐωδίαζε. Καὶ τὰ χέρια ἀπὸ τοὺς ἀγκῶνες καὶ κάτω βρέθηκαν ἀλώβητα καὶ ἄσπρα ὅπως τὴν ἡμέρα τῆς θανῆς της. (Τὸ ἕνα βρίσκεται παρ’ ἡμῖν καὶ τὸ ἄλλο στὴν Σερβία.) Τὸ δὲ εὐλογημένο κρανίο της φέρει σταυρὸ στὴν ραφὴ τῶν ὀστῶν.
Ἔτσι ἄμειψε ὁ φιλότιμος Δεσπότης τὴν διακονία της. Ἔβαλε στὴν ζωή της τοῦ Χριστοῦ τὸν τρόπο: «Δὲν ἦρθα νὰ διακονηθῶ, ἀλλὰ νὰ διακονήσω». Αὐτὸ τὸό μάθημα πῆρε ἀπὸ τὸν ἱερὸ Νιπτῆρα, ποὺ ἐπιτελοῦν τὴν Μεγάλη Πέμπτη κάθε χρόνο στὴν Πάτμο, καὶ τό ’φερε μαζί της πάντα.
«Ἁγία διακονία, φυγαδεύτρα τῶν κακῶν λογισμῶν, διασκεδάστρα τῆς δεινῆς ραθυμίας, πραγμάτωση τῆς πιὸ μεγάλης ἀρετῆς, τῆς ἀγάπης, προθυμία ἀβίαστη γιὰ θάνατο καὶ σταυρό».
Μακάρι οἱ ἐγγὺς αὐτῆς νὰ τὴν ὑμνολογήσουν μὲ τὶς Ἅγιες ἀμμάδες: «Πρέσβευε γιὰ μᾶς, μητέρα ὅσια, μὴ μᾶς ἀφήσης χωρὶς τὴν δική σου συμπάθεια. Ἀμήν».

ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.

ΠΗΓΗ: ahdoni.blogspot.gr

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC