Αρχική > News > Στο χώμα ή στο πυρ; ένα καθόλου τυχαίο δίλημμα

Στο χώμα ή στο πυρ; ένα καθόλου τυχαίο δίλημμα

Του κ. Κων. Ι. Δάλκου, Φιλολόγου, επιτ. Δ/ντου του 3ου Λυκ. Αιγάλεω
(Άρθρο από την περιοδική έκδοση του 3ου Γενικού Λυκείου Αιγάλεω Τεύχος 14, 2008-2009)

«θάπτε με όττι τάχιστα, πύλας Αΐδαο περήσω»
Ιλ. Ψ, 71

Μολονότι λοιπόν το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται συχνά με την συνήθη νεοελληνική επιπολαιότητα ως παρωνυχίς, οφείλω εξ αρχής να δηλώσω ότι για τους «ευ φρονούντας» οτιδήποτε σχετίζεται με αρχετυπικά μεγέθη, με τα αρχέγονα δηλαδή για το ανθρώπινο γένος μυστήρια, όπως η ζωή και ο θάνατος, πρέπει να αντιμετωπίζεται προφανώς με την σοβαρότητα που υπαγορεύει ο δομικός χαρακτήρας τους. Αυτό επιβεβαιώνουν και οι στίχοι του δημοτικού τραγουδιού:

Όταν έχτίσθη ο ουρανός κι εθεμελιώθη ο κόσμος,
ο Χάρος τότ' αρχίνησε να φτειάνη περιβόλι.

Είναι επομένως βέβαιο πως οι τύποι της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο επίπεδο αυτό συνιστούν σύμβολα ενός βαθύτερου βιώματος και η προσπάθεια μεταβολής των φανερώνει είτε μια έξωθεν ενεργουμένη επιχείρηση αλλοιώσεως είτε έναν ήδη εστώτα ψυχικό και κοινωνικό σάλο. Εν προκειμένω λοιπόν τα ταφικά έθιμα κάθε τόπου αποτελούν έκφραση βαθύτατων βιωματικών αντιλήψεων περί της ζωής και του θανάτου, η δε προσπάθεια της μεταβολής των με την εισαγωγή αλλότριων συνηθειών συνεπάγεται ή επισημαίνει μια βαθύτατη ψυχική και κοινωνική αλλοίωση. Γι' αυτό δεν έχει νόημα να εξετάσουμε τα σχετικά έθιμα άλλων αρχαίων ή και συγχρόνων λαών με άλλες ποικίλες θρησκευτικές ή μεταφυσικές αντιλήψεις και δεισιδαιμονίες, οι οποίοι έθαπταν ή έκαιαν ή εξέθεταν ή ταρίχευαν ή κρεμούσαν ή ακόμη και έτρωγαν τους νεκρούς των, όπως οι Μασσαγέται, κατά το κείμενο των «Δισσών Λόγων», που πίστευαν ότι ο καλύτερος τάφος των γονέων είναι το στομάχι των παιδιών τους! Είναι κι αυτό μια άποψη! Σημασία όμως έχει για μας η παράδοση του τόπου μας, η οποία μπορεί να ελεγχθεί σε μια διαδρομή αρκετών χιλιετιών, αφού η πρώτη ταφή νεκρού που έφερε στο φως εδώ η αρχαιολογική σκαπάνη ανάγεται στην 8η χιλιετία π.Χ.!

1. Οι αρχαίοι Έλληνες. Σε γενικές γραμμές, γιατί το θέμα είναι τεράστιο, η ταφή ήταν στην αρχαία Ελλάδα το επικρατέστερο έθιμο και όταν, περί το 1200 μάλλον π.Χ., εμφανίστηκε παραλλήλως η καύση, αυτή δεν ήταν ποτέ αποτέφρωση, αλλά μετά την εξαφάνιση μέσω της πυράς των μαλακών μορίων του νεκρού σώματος ακολουθούσε η περισυλλογή με μεγάλο σεβασμό των οστών, τα οποία επλένοντο, ετοποθετούντο σε ειδικό αγγείο και εθάπτοντο επίσης με κτερίσματα σε ποικίλων μορφών τάφους. Την ύπαρξη του τάφου, που ονομαζόταν συν τοις άλλοις και μνημείον ή σήμα, σημάδι δηλαδή που υπάρχει για να διαιωνίζει την μνήμη του νεκρού, δήλωναν στήλες, επιγραφές, λήκυθοι, αγάλματα, κίονες κ.λπ. Μόνον, σύμφωνα με πολύ μεταγενέστερη μαρτυρία, και καθ' όσον τουλάχιστον γνωρίζω, οι Κίοι, κάτοικοι πόλεως της Μικρασιατικής Μυσίας, αφού έκαιαν τους νεκρούς των και κονιοποιούσαν με γουδί(!) τα οστά τους, τα κοσκίνιζαν στην θάλασσα!
Τα ταφικά έθιμα πανελληνίως δεν διέφεραν, σχεδόν ούτε στις λεπτομέρειες, από τα σημερινά, ως προς την περιστολή, την περιποίηση δηλαδή του νεκρού, την πρόθεση, τον θρήνο, την εκφορά και τα νεκρόδειπνα, τα, τρόπον τινά, «μνημόσυνα» την τρίτη, την ένατη, την τριακοστή από της κηδείας ημέρα, άλλα και μετά την πάροδο έτους και κάθε χρόνο σε καθιερωμένες ημέρες, όπως σήμερα τα ψυχοσάββατα!
Ήταν δε η όλη αυτή κηδεία (από το ρήμα κήδομαι=φροντίζω) και η κατασκευή του τάφου ιερό καθήκον των συγγενών προς τους οικείους των, και της πόλεως για τους νεκρούς του πολέμου. Οι νεκροί έπρεπε να τιμηθούν κατά τον Όμηρο:

τύμβω τε στήλη τε˙ τό γαρ γέρας εστί θανόντων

διότι, και κατά την Σοφόκλειο Αντιγόνη, αυτά είναι «άγραπτα κασφαλή θεών νόμιμα»,όχι σημερινά ή χθεσινά, άλλ' αιώνια,

ού γαρ τι νϋν τε καχθές, αλλ' άεί ποτε
ζη ταύτα, κούδεις οίδεν εξ ότου 'φάνη.

Ότι δε σε όλα αυτά τα «έθη» υπόκειται και διατηρείται μέχρι σήμερα ένα θαυμαστό σε σταθερότητα και ευαισθησία λαϊκό ήθος, άλλα και μια περί της μετά θάνατον ζωής διαχρονική αντίληψη μόλις και είναι ανάγκη να επισημάνουμε.

2. Οι νεώτεροι ορθόδοξοι Έλληνες. Τα αρχαιότατα αυτά έθιμα προσέλαβαν μέσω της Χριστιανικής διδασκαλίας μιαν άλλη ανθρωπολογική και κοσμοθεωρητική θεμελίωση, η οποία εκφράζεται όχι μόνον σε κείμενα εκκλησιαστικά, αλλά και στα δημοτικά τραγούδια και τις παραδόσεις μας. Η νέα αυτή νοηματοδότηση κατ' ανάγκην απέκλεισε την καύση των νεκρών, όχι βέβαια διότι η Εκκλησία απέκλεισε ποτέ την δυ-νατότητα αναστάσεως των δια της πυράς ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου καταστραφέντων σωμάτων, αφού πλήθος μαρτύρων εκάησαν ή ποικιλοτρόπως εμαρτύρησαν κατά καιρούς. Η προτίμηση της ταφής και ο αποκλεισμός της καύσεως δεν οφείλεται επίσης μόνον στην έλλειψη μαρτυριών περί καύσεως στα κείμενα της Παλαιάς ή της Καινής Διαθήκης ή στον ενταφιασμό του Χριστού, αλλά κυρίως στην περί του ανθρώπου αντίληψη της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποίαν το σώμα του ανθρώπου είναι από της βαπτίσεώς του «ναός του Αγίου Πνεύματος» και τα μέλη του, μέλη του Χριστού. Ο Χριστιανισμός δεν περιφρονεί το ανθρώπινο σώμα ως δεσμωτήριο ή βασανιστήριο της ψυχής, αλλά το τιμά ως το δεύτερο συνθετικό του ανθρωπίνου προσώπου, το όποιο αποδίδεται στην γη μετά τον θάνατο για να συναναστηθεί ενωμένο με την ψυχή του «εν εκείνη τη ημέρα». Η αντίληψη αυτή είναι ήδη λαϊκή και αποτυπώνεται στα δημοτικά τραγούδια:

Εγώ της γης χρωστώ κορμί, τ' αγγέλου την ψυχή μου.

Από την άποψη αυτή ο Χριστιανισμός, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, είναι ένας βαθύτατος υλισμός, αφού τιμά ιδιαιτέρως, ως έργον του θεού, τον υλικό κόσμο. Σ' αυτό προφανώς οφείλεται η οικολογική συνείδηση της Ορθοδοξία η οποία και εν προκειμένω προκρίνει την φυσική οδό φθοράς του ανθρωπίνου σώματος.
Πέραν αυτών η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι η ύλη αγιάζεται διά των «ακτίστων ενεργειών» του Αγίου Πνεύματος, μέσω των οποίων, πλην των άλλων, μεταβάλλονται υλικά αντικείμενα, όπως το ψωμί και το κρασί, σε σώμα και αίμα του Θεού! Στην πίστη αυτή εδράζεται και η τιμή που αποδίδεται στα λείψανα των αγίων, αλλά και σε αντικείμενα κοινής χρήσεως που άνηκαν σ' αυτούς, τα οποία πιστεύεται ότι διατηρούν και μετά τον θάνατο τους την χάρη του Αγίου Πνεύματος! Είναι χαρακτηριστικόν ότι οι εικονομάχοι, οι οποίοι, λόγω των Μανιχαϊκών τους αντιλήψεων, περιφρονούσαν την ύλη, κατέστρεφαν μαζί με τις εικόνες και τα λείψανα των αγίων.
Αυτή η εκκλησιαστική αντίληψη, πως η αγιότητα του προσώπου μεταδίδεται στα λείψανα του σώματος του και στα αντικείμενα που χρησιμοποιούσε, έχει διαποτίσει την λαϊκή παράδοση και νοοτροπία. Ο στίχος π.χ.

τ' αντρειωμένα κόκκαλα ξεθάφτε του γονιού σας

Mέσω του γραμματικού σχήματος της υπαλλαγής μεταφέρει στα λείψανα του νεκρού ήρωα την αντρειοσύνη της ψυχής του. Αλλά και οι επόμενοι πασίγνωστοι στίχοι δηλώνουν την ιερότητα του οπλισμού του:

Του αντρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται, μόν' πρέπει τους στην
εκκλησιά κι εκεί να λειτουργιούνται!

Γι' αυτό σε κανένα δημοτικό τραγούδι δεν απαντά η συνήθεια ή η επιθυμία της καύσεως. Αντίθετα όσοι εκεί προαισθάνονται τον θάνατο ζητούν συνήθως να ταφούν δίπλα σε ναό ή μοναστήρι, για να μνημονεύονται συχνά και, συμβολικά στραμμένοι προς ανατολάς, να αναπαύονται περιμένοντας την ανάσταση. Η αισιοδοξία αυτή εκφράζεται και στους γνωστούς στίχους του Γερο-Δήμου:

Κάμετε το κιβούρι μου πλατύ, ψηλό να γένη, να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γεμίζω
κι από το μέρος το δεξί αφήστε παρεθύρι, τα χελιδόνια να ‘ρχονται την άνοιξη να φέρνουν...

Πέραν αυτών τα οστά των νεκρών προγόνων είναι ιερά, διότι συνδέονται με την έννοια της πατρίδος. Ήδη ο Αισχύλειος παιάν «Ω παίδες Ελλήνων, ίτε...», περιλαμβάνει μεταξύ των σκοπών του «υπέρ πάντων» αγώνος όχι μόνον την απελευθέρωση της πατρίδος, των παιδιών, των γυναικών και των βωμών, αλλά και των προγονικών τάφων («θήκας τε προγόνων»). Στα δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς λογίζεται μεγάλη συμφορά το να ταφή κανείς στα ξένα. Άλλ' ας θυμηθούμε και τούς Καλβικούς στίχους:

Ας μη μου δώσει η μοίρα μου εις ξένην γήν τον τάφον˙
Είναι γλυκύς ο θάνατος μόνον όταν κοιμώμεθα
εις τήν πατρίδα.

Μέσα σ' αυτά τα οστά των προγόνων, και όχι στην τέφρα των, κατοικούσε και η Ελευθερία του Εθνικού μας Ύμνου:

απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά.

Η μόνη καύση που, καθ' όσον τουλάχιστον γνωρίζω, μνημονεύεται ιστορικά, συνέβη το 1819 στην Πάργα, όταν οι Παργινοί, αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, την οποίαν οι «φίλοι μας» οι Άγγλοι είχαν πωλήσει στον Αλή Πασά, έκαψαν στην πλατεία ενώπιον των «πολιτισμένων» Βρετανών τα λείψανα των προγόνων τους, παρέλαβαν ότι απέμεινε και έφυγαν στα ξένα!
Και ότι μεν η ταφή, και όχι η καύση, πολλώ δε μάλλον η αποτέφρωση, αποτελεί πλέον έθιμο και παράδοση στην πατρίδα μας δεν μπορεί κάνεις να αμφισβητήσει. Όσοι όμως επικρίνουν την στάση της διοικούσης Εκκλησίας διατείνονται ότι δεν αποτελεί δόγμα της πίστεως και επομένως μπορεί εκκλησιαστικώς να επιτραπεί. Δεν είμαι βέβαια ειδικός, αλλά φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό αποτελεί συμπέρασμα ανθρώπων αγνοούντων την έννοια του εκκλησιαστικού δόγματος. Διότι δόγμα δεν είναι κάποιος κανόνας που άνωθεν κάποτε επεβλήθη και καταδυναστεύει έκτοτε την ζωή μας, αλλ' αντιθέτως έκφραση της ζωής και της εμπειρίας της Εκκλησίας που έλαβε την μορφή του κανόνος. Επομένως ό,τι αποτελεί έκφραση της εμπειρίας αυτής, ως έθιμο ή παράδοση, και αν δεν είναι τυπικώς «δόγμα», φέρει προφανώς δογματικό χαρακτήρα. Ως παράδειγμα φέρεται συνήθως η χρήση του σημείου του σταυρού, η οποία έχει διά της αγράφου μακράς παραδόσεως, και όχι διά συνοδικής αποφάσεως, καθιερωθεί.
Βεβαίως δεν μπορώ να εικάσω τι εν τέλει θα αποφασίσει η διοικούσα Εκκλησία, αλ' όσοι την επικρίνουν, διότι δεν σπεύδει να συμφωνήσει με τις απόψεις των, γνωρίζουν προφανώς ότι, όταν επιθυμείς να εγγραφείς ακόμη και στο μικρότερο σωματείο, είσαι υποχρεωμένος να αποδεχθείς, ως έχουν, όλους τους όρους του καταστατικού του ή να αποχώρησης απ' αυτό, αν διαφωνείς. Και όταν επίσης επιθυμείς να συνδεθείς με το δίκτυο της ΔΕΗ, υπογράφεις, ως έχει, την σύμβαση και δεν θέτεις τους όρους σου. Κατ' αναλογίαν είναι παράλογο να απαιτεί κανείς από την Εκκλησία να παραβλέψει τις αρχές της και να τροποποιήσει τα απ' αιώνων κείμενα των ακολουθιών της (κείμενα εν προκειμένω Ιωάννου του Δαμάσκηνου!) σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τις ορέξεις εκάστου, που έχει εξ άλλου εκ του νόμου την δυνατότητα να ταφεί ή να καεί χωρίς ιερολογία.
Αφ' ετέρου όσα επιχειρήματα αναπτύσσονται συνήθως υπέρ της καύσεως των νεκρών αφορούν πρακτικά ζητήματα, τα οποία, πέραν του ότι είναι προσχηματικά, πρέπει να απορριφθούν και μόνον με την σκέψη ότι για πολύ ευτελείς λόγους καλείται ο έλληνας να απεμπολήσει προαιώνια καθήκοντα οικογενειακής στοργής, φιλοσοφία, παράδοση, ποίηση και ιστορία! 'Ας τους εξετάσουμε όμως:

1. Η μόλυνση, από τις ταφές, του υπεδάφους και του υδροφόρου ορίζοντος. Το επιχείρημα αυτό είναι μάλλον κωμικό μετά από τόσες χιλιετίες ταφών, αλλά πολύ περισσότερο, όταν αφορά την χώρα μας, όπου λειτουργεί πλήθος χωματερών ή χώρων «υγειονομικής ταφής» απορριμμάτων. Εξ άλλου και η καύση θα μπορούσε να ενοχοποιηθεί για μόλυνση της ατμόσφαιρας.

2. Ο κορεσμός των λειτουργούντων ήδη κοιμητηρίων στις μεγάλες πόλεις και η έλλειψη χώρου για την επέκταση των. Και αυτό όμως δεν είναι επαρκής δικαιολογία υπέρ της καύσεως, της οποίας η χρήση θα είναι πολύ περιορισμένη μάλλον, ώστε να επιλύσει το πρόβλημα. Ούτε βέβαια δικαιολογούνται οι δημοτικές αρχές για την προφανή πολυετή αμέλεια και αδράνεια που επέδειξαν καθώς έβλεπαν τις πόλεις να αναπτύσσονται αλματωδώς, διότι, ακόμη και σήμερα, εντός των πόλεων εξευρίσκονται τεράστιοι χώροι για γήπεδα και πολυκαταστήματα ή parkings. Πέραν λοιπόν του ότι με τα σημερινά τεχνικά μέσα είναι εύκολη η οργάνωση της κατακόρυφης, σε αλλεπάλληλα επίπεδα ταφής, όπως στις κατακόμβες, υπάρχουν μεγάλες εκτός των πόλεων εκτάσεις, τις οποίες μπορούν να αποκτήσουν οι Δήμοι χάριν της παμψηφίας σχεδόν των πολιτών, αντί να εγκρίνουν δαπάνες για την κατασκευή αποτεφρωτήρων, οι οποίες, πλην των άλλων, δεν πρόκειται βεβαίως συντόμως να αποσβεστούν.
Έτσι θα αποφύγουν οι πολίτες και το μακάβριο θέαμα της προώρου υποχρεωτικής μετά τριετιών εκταφής που επιβάλλουν οι Δήμοι, στους οποίους ανήκουν οι κερδοφόρες «επιχειρήσεις» των νεκροταφείων, αδιαφορώντας για την ασέβεια στους νεκρούς και το ψυχολογικό κόστος που συνεπάγεται για τους ζωντανούς η φρικτή αυτή κατάσταση.

3. Το υποτιθέμενο μικρότερο κόστος της καύσεως. Μολονότι ο καρμίρικος αυτός λογαριασμός είναι προφανώς αποκρουστικός, όταν αφορά ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού στην γειτονική, και επί του παρόντος «φθηνή», Βουλγαρία η αποτέφρωση στοιχίζει, όπως λέγουν 1000 ευρώ, ενώ στις χώρες τις Δυτικής Ευρώπης από 4500-6500 !

Παρά ταύτα είναι βεβαίως δικαίωμα του οιουδήποτε προσώπου να αποφασίζει εν ζωή περί της τύχης των λειψάνων του, μολονότι κατ' ανάγκην θα συζητηθεί το νομικό πρόβλημα αν μετά τον θάνατο του προσώπου εξακολουθεί να υφίσταται (με ποιόν άραγε δικαιούχο;) το δικαίωμα αυτό, ώστε να δημιουργεί υποχρέωση σε άλλους, όταν μάλιστα αυτοί διαφωνούν προβάλλοντας λόγους συνειδήσεως ή και μόνον οικονομικούς.
Βεβαίως η καύση και η εν συνεχεία, μέσω τριβείου, άλεσης(!) των οστών, ώστε να χωρούν σε μικρών διαστάσεων δοχεία, δεν αντίκειται, όπως φαίνεται, σύμφωνα και με απόφαση του ΣΤΕ, την οποίαν δεν έχω δυστυχώς υπ' όψιν μου, στα χρηστά ήθη και την δημόσια τάξη. Παρά ταύτα η αποτέφρωση εξαφανίζει τόσο την βιολογική ταυτότητα, το DNA, του μακαρίτη, αλλά και τα ίχνη τυχόν εγκληματικής ενεργείας, τα οποία συχνά εντοπίζονται, κατόπιν εισαγγελικής εντολής για εκταφή, ακόμη και μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος.
Βεβαίως στις απάνθρωπες πόλεις μας ο τρόπος κηδεύσεως των αγαπημένων μας προσώπων προσθέτει στο πένθος και στο δέος του θανάτου την δοκιμασία των απρόσωπων «γραφείων», των ψυγείων, των αδιάφορων και βιαστικών ιερέων και των κανταδόρων «ψαλτών» της δημοτικής «επιχειρήσεως». Αυτά βέβαια δεν πρόκειται να τα απαλείψει, αλλά μάλλον να τα επιτείνει η ψυχρή αίθουσα της αποτεφρώσεως, που απλώς ίσως συντομεύει μια δοκιμασία, η οποία, κακά τα ψέματα, είναι πανανθρώπινη, διαχρονική, αναπόφευκτη και μας ωριμάζει.

Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι την διά νόμου θεσμοθέτηση της αποτεφρώσεως υπαγόρευσαν όχι βέβαια η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού, αλλά κάποιες μηδενιστικές ή ανατολικές περί μετεμψυχώσεως αντιλήψεις ή ατομικές ιδιορρυθμίες και τραυματικές εμπειρίες μικρής μειοψηφίας οργανωμένων πολιτών, οι οποίοι όμως απαιτούν την πολυέξοδη κατασκευή αποτεφρωτήρων με χρήματα της διαφωνούσης πλειοψηφίας. Διότι δεν είναι βέβαια ο οιοσδήποτε κ. Κακλαμάνης που θα προσφέρει το κεντρικό οικόπεδο και το ενάμισι εκατομμύριο ευρώ που απαιτούνται για την κατασκευή, του κλιβάνου, του φούρνου, του κρεματορίου δηλαδή αυτού (λατ. cremo = καίω), που θα υπενθυμίζει έργω και λόγω τις αντίστοιχες χιτλερικές εγκαταστάσεις και τις συναφείς περί της αξίας του ανθρωπίνου προσώπου αντιλήψεις που ενέπνευσαν την κατασκευή τους. Διότι, για να επανέλθω στην αρχική μου επισήμανση, ό,τι εγγίζει τα αρχετυπικά μεγέθη της ζωής και του θανάτου δεν είναι αδιάφορη λεπτομέρεια.

Προς επιβεβαίωση υπενθυμίζω ότι όσοι επικρίνουν τις θέσεις της Εκκλησίας περί ταφής είναι οι ίδιοι περίπου που την κατηγορούν επίσης για τις απόψεις της π.χ. περί των αμβλώσεων, του ψυχρού συμφώνου συμβιώσεως και των ομοφυλοφιλικών σχέσεων. Αυτοί, οι αυτοαποκαλούμενοι συνήθως «προοδευτικοί», ουσιαστικώς εκφράζουν απαξιωτικές για την ιερότητα του προσώπου και των ανθρωπίνων σχέσεων αντιλήψεις, στις όποιες, αν προστεθούν και οι συνήθως εθνομηδενιστικές των απόψεις, συμπληρώνεται ένα εκρηκτικό μείγμα, δυναμίτης στα θεμέλια του πολιτισμού μας.
Όλοι αυτοί, συνειδητά ή ασυνείδητα, ανοίγουν διαβάσεις στον οδοστρωτήρα, στην «πλανητική λεηλασία» που λέγεται παγκοσμιοποίηση, στην γενικευμένη απαξίωση των πάντων, εθνών, πίστεων, ηθών, ιδεών και προσώπων. Όλοι αυτοί δηλαδή, έργω και λόγω, δηλώνουν πίστη και υποταγή στα ψυχρό «golden boys» του παγκόσμιου καπιταλισμού των οποίων τα έργα, το ήθος κα την αξιοπιστία δοκιμάζουν τις ημέρες αυτές «στο πετσί τους» οι λαοί της Οικουμένης.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC