Αρχική > News > Παησία

Παησία

Στὰ χρόνια τὰ παλιὰ (ἀλλὰ καὶ σήμερα!) ἀνθοφοροῦσε κρίνα ψυχῶν ἡ ἔρημος ἡ ἄγρια καὶ ἀφιλόξενη. Ἡ ἱερὴ καρδιὰ τῶν παιδιῶν της φλέγονταν ἀπὸ τῇ θείᾳ καὶ πύρινη ἀγάπη. Γιὰ ὅλους. Ἰδιαίτερα ὅμως γιὰ τὴν Παησία. Ἁγνὴ ψυχὴ ἡ Παησία. Ἀπὸ μικρὴ παιδούλα ἔβλεπε σεβάσμιους γέροντες ἐρημῖτες νὰ περνοῦν ἀπὸ τὸ σπιτικό της, ὅπου τοὺς δέχονταν τὰ γονικά της μὲ σέβαση καὶ ἀγάπη πολλή, ὅπως ἄλλωστε καὶ τοὺς ἔπρεπε. Καὶ ἐνιωθε κι αὐτὴ τὸ ἴδιο ὅπως καὶ οἱ γονεῖς της γιὰ τοὺς ἁγίους ἐκείνους Γέροντες. Τόσος μάλιστα ἦταν ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ὑπολήψη που ἐνιωθε γι’ αὐτούς, ποὺ ὅταν πεθάνανε κι οἱ δυὸ γονεῖς της ἀποφάσισε νὰ κάνει τὸ σπίτι της «ξενοδοχεῖον εἰς λόγον τῶν Πατέρων τῆς Σκήτεως», γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ δέχεται τοὺς ἁγίους ὁδοιπόρους ποὺ τύχαινε νὰ περνοῦν κατάκοποι ἀπ’ ἐκεῖ εἴτε καθὼς πορεύονταν στὸν κόσμο γιὰ ἐπείγουσες ὑποθέσεις τους εἴτε γυρνώντας ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἐπιστρέφοντας στὴν ἔρημό τους, ἀνάλογα κατά πῶς ἡ χρεία τὸ καλοῦσε.

Ἄπειρη ὅμως ὅπως ἤτανε ἡ Παησία δὲν τὰ κατάφερε καλὰ στὴ διαχείρισῃ ἑνὸς τέτοιου ἔργου. Δὲν ἀργῆσαν μάλιστα νὰ βρεθοῦν «διάστροφοι ἄνθρωποι» καὶ ὡς βρισκότανε ἡ κοπέλλα σὲ μεγάλη δυσκολία μὲ λόγια γλυκά, ἀπατηλά, τονίζοντας τὰ κάλλη της τὰ σωματικὰ καὶ τὴ γήινη ὀμορφιά της δὲν ἄργησαν οἱ μαῦρες ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς νὰ τῆς ἀλλάξουν τὰ μυαλά. Καὶ πῆρε τώρα ἄλλο δρόμο ἡ Παησία. Και ἄλλαξε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς της ἡ ἁγνὴ κόρης ἡ Παησία. Καὶ ἄρχισε - ἀλίμονο! – νὰ κυλιέται στὰ λασπόνερα ὁ ὁλόλευκος ἄγγελος. «Καὶ λοιπὸν ἤρξατο διάγειν κακῶς, ὥστε φθάσαι αὐτὴν εἰς τὸ προρνεύειν» ! Τὶ κρῖμα! Ἐκεῖνο τὸ σπίτι ποὺ ἦταν ἀγάπης καὶ καλοσύνης σπίτι, φιλοξενίας ἁγίας καὶ ἱερῆς βοηθείας ἑστία, νὰ καταντήσει νὰ γίνει τόπος ἀκολασίας!

Καὶ ποιὸς θὰ μπροῦσε πιὰ νὰ βγάλει τὴν ψυχὴ ἐκείνη ἀπὸ τὸ βοῦρκο καὶ τὴν ἀτιμία; Ποιὸς θὰ τῆς ξανάδινε τὸ χαμένο της θησαυρό; Ποιός; Ὅλα φαινότατε νὰ κυλᾶνε μοιραῖα τὸ δρόμο τους. Καὶ ἡ Παησία μέρα τῇ μέρα βυθίζονταν ὅλο καὶ πιὸ πολὺ «εἰς ἰλὺν βυθοῦ» .
Ὅμως δεν εἶχαν λησμονήσει τὴν κόρη, οἱ ἅγιοι Πατέρες στὴ Σκήτη. Οὔτε στιγμὴ δὲν τὴν ἀφῆσαν μοναχὴ χωρὶς σκέψῃ καὶ τὴν ἅγια προσευχή τους. Μὰ ἡ καταστάσή της θὰ χρειαζότανε σοφὸ καὶ ἔμπειρο ὁδηγό, ψυχὴν οὐράνια, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ὁδηγήσει πάλι στὸ δρόμο τὸ σωστό, ποὺ θὰ τῆς ξανάδινε καὶ πάλι τὴν παλιά, τὴν πάλλευκη μορφὴ της ἀπὸ βρώμικη καὶ ῥυπαρή ποὺ τὴν εἶχε καταντήσει. Καὶ οἱ Πατέρες δὲν ἀργῆσαν νὰ βροῦνε τὸ σοφὸ ὁδηγητή. Ἦταν ὁ μικρόσωμος ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός, ὅπως τὸν λέγαν. Ὅσο ἀνάστημα ὅμως τοῦ ἔλειπε τόση σοφία θεϊκὴ εἶχε καὶ διάκριση φωτισμένη «Σκύλθητι πρὸς αὐτήν», τοῦ εἶπαν οἱ Πατέρες. Κάνε τὸν κόπο νὰ πᾶς καὶ να τὴ βρεῖς «καὶ κατὰ τὴν σοφίαν ἢν ἔδωκέ σοι ὁ Θεὸς οἰκονόμησον τὰ κατ’ αὐτήν».

Δύσκολο ἔργο τοῦ ἀνέθεταν. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ βγάλεις μία ψυχὴ ἀπὸ τὴ λάσπη ποῦ σ’ αὐτὴν εἶναι βυθισμένη; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ τραβήξεις ἔξω ἀπὸ τὴ βρωμιὰ μία καρδιὰ ποῦ κυλιέται μέσα σ’ αὐτὴν μὲ εὐχαρίστηση ὄχι λίγη; Πῶς; Ὁ σοφὸς Γέροντας κάνοντας ταπεινὰ ὑπακοὴ στὴν θεῖα ἀγάπη, τῶν Πατέρων δὲ δίστασε οὔτε στιγμή. Τὸ ‘ξερε πὼς ὁ Θεὸς θὰ τὸν φώτιζε νὰ βρεῖ τὸ δρόμο τὸ σωστὸ στὸ λαβύρινθο, ὅπου λογάριαζε νὰ μπεῖ. Ζήτησε γι’ αὐτὸ μὲ θέρμη τὴ βοήθεια τοῦ καὶ κίνησε γιὰ τὸ μεγάλο ἔργο.
Ἔφτασε κάποτε στὸ σπίτι τὸ κακοφημο. Δὲν τὸν ἄφηναν ὅμως νὰ μπεῖ σ’ αὐτό. Τί δουλεία εἶχε ἐκεῖ ὁ φτωχὸς καὶ κουρασμένος αὐτὸς γέρος; Νά ‘τανε νέος μάλιστα. Νά ‘χε χρυσαφικὰ νὰ δώσει, πάλι γιὰ χάρη τους καλοδεχούμενος. Μὰ ἔτσι ὡς ἦταν μονάχα διώξιμο τοῦ χρειαζότανε. Ὅμως ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔβαζε καθόλου κάτω.
Θέλω νὰ ἰδῶ τὴν Παησία, ἔλεγε καὶ ξανάλεγε. Γιατὶ δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ πάω μέσα νὰ τὴν ἰδῶ καὶ νὰ τῆς μιλήσω;
Φύγε, παλιόγερε κριματισμένε καὶ ἀκόλαστε, τοῦ φώναζε ἡ στρίγκλα ἡ γριὰ πορτάρισσα. Ἐσεῖς οἱ ἄθλιοι μοναχοὶ τῆς φάγατε τὸ βιός. Θέλετε πάλι τὰ ἴδια νὰ ἀρχινίσετε; Μακριὰ ἀπ’ ἐδῶ καὶ μὴ σὲ ξαναδῶ γιατὶ δὲν ξέρω τότε τί θὰ γίνει!
Γιατὶ μὲ διώχνεις, γερόντισσα; «ἀπαντοῦσε ἤρεμα ὁ ἀββᾶς. Ποῦ ξερεῖς τὶ μπορεῖ νὰ ἔφερα τῆς κυράς σου ἀπὸ τὴν ἔρημο καὶ θέλω νὰ τῆς τὸ δώσω;

Μὲ σκέψῃ πονηρὴ οἱ ὑπηρέτες καὶ μὲ διαθεση ἁρπαχτικὴ ἡ γριὰ ἡ στρίγκλα βλέπανε τώρα τὸν καλόγερο. Ποιός ξέρει; Μπορεῖ κάτι νὰ εἶχε καὶ νὰ τὸ ἔκρυβε ὁ γέρος. Καὶ ἔπειτά τί εἴχανε νὰ χάσουν; Ἡ ἴδια ἡ κυρά τους θὰ τὸν ἔδιωχνε ὅπως θὰ τοῦ ἄξιζε ἂν ἐκεῖνος τῆς ἔλεγε ψέματα.
Σύρε τὸ λοιπόν, γερόντισσα καὶ πὲς αὐτὸ τὸ λόγο μοναχά, ἐπέμεινε ὁ γέρο – ἀββᾶς, ποὺ εἶδι πὼς εἶχε πιὰ λυγίσει ἐκείνη στὴν ἐπιμονή του. Καὶ πές της ἀκόμα, πρόσθεσε, πὼς ἂν δὲ θελήσει νὰ μὲ δεχθεῖ φεύγω ἀμέσως γιὰ τὴν ἔρημό μου. Ὅμως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνός ποὺ θὰ ζημιωθεῖ.
Τρέχει στὰ γρήγορα τώρα ἡ γριά, πάει στὴν κυρά της καὶ τῆς λέει τὸ καὶ τό. Κι ἐκείνη, «οἱ μοναχοί, τῆς ἀποκρίθηκε, ἀεὶ διακινοῦσι παρὰ τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν καὶ εὑρίσκουσι μαργαρίτας». Ποῦ ξέρεις ἂν δὲν βρῆκε πολύτιμα μαργαριτάρια καὶ τώρα θέλει νὰ ἀγοράσει μ’ αὐτὰ τὴν ἀγάπη μου γιὰ λίγο, πρᾶμα ποῦ ἀλλοίως δὲ θὰ τοῦ χάριζα; Πές του λοιπὸν ν’ ἀνέβει ἐπάνω στὸ δῶμά μου, ἀφοῦ πιὸ πρὶν ἐτοιμαστῶ.

Αὐτὴ ἡ φτωχὴ θαῤῥοῦσε πὼς ἤτανε πελάτης ὁ γεροπαράξενος ποὺ ἐπέμενε νὰ τῇ δεῖ. Δεχότατε τέτοιους ὄχι σπάνια, γιατὶ αὐτοὶ μὲ τὰ πολλὰ λεφτά τους θέλανε ν’ ἀναπληρώσουν τὰ νειάτα ποὺ γι’ αὐτοὺς ἀπὸ χρόνια τώρα ἦταν μονάχα μνήμη μακρινή. Καὶ πῆγε νὰ καλλωπιστεῖ καὶ νὰ δεχθεῖ τὸ γερο-ἐπισκέπτη της.

Ὅταν ὁ ἀββᾶς, ὁ ὅσιος ἀββᾶς, τὴ βρῆκε νὰ κάθεται νωχελικὰ στὴν κλίνη της. Ἤτανε ὅμως τόσο ἅγιος ποὺ δὲν ἔβλεπε τὴν ὄμορφη ἐκείνη κοπελλιὰ μὲ μάτια τέτοια ποὺ τὴν ἔβλεπαν ἄλλοι ποὺ τὴν ἐπισκέπτονταν. Σ’ αὐτὴν ὁ ὅσιος Γέροντας μὲ πόνο ἔβλεπε πολὺν μία ὄμορφη ψυχὴ ποὺ εἶχε κυλιστεῖ πολὺ βαθιὰ μέσα στὴ λάσπη. Θεωροῦσε σ’ αὐτὴν ὁ ἅγιος τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε χάσει τὸ ἀρχαῖο της κάλλος καὶ εἶχε γίνει παίγνιο τοῦ πάθους τῆς καὶ τῶν παθῶν ἐκείνων ποὺ τὴν ἐπισκεπτόταν. Ὄχι, αὐτό ποὺ ἡ ἁγιοσύνη καὶ ἡ ἄσκησῃ καὶ ἡ νέκρωσιν, τῆς σάρκας τὸν ἔκανε «ἐν σώματι ἄγγελον», αὐτὸν δὲν τὸν δελίαζαν τὰ κάλλη τὰ φθαρτὰ καὶ παρερχόμενα. Πῆγε γι’ αὐτὸ καὶ δίχως δυσκολία καμμιὰ κάθισε δίπλα της ἀκριβῶς.

Τὴν κοίταξε γιὰ μία στιγμὴ στὰ μάτια. Ἡ ἅγια του ματιὰ εἶχε τὴ δύναμη νὰ εἰσχωρεῖ βαθιὰ ὡς τῆς ψυχῆς τὰ μύχια. Μὰ οὔτε ποὺ σκέφτηκε καθὼς ἔβλεπε μέσα της νὰ ἀναδεύουν «τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας» νὰ πεῖ λόγο σκληρό. Ἤτανε μὰτία παιδικὰ αὐτά ποὺ τὴ θωροῦσαν τὴν κοπέλλα. Ἤτανε μάτια ἀθῴα ποὺ γνώριζαν νὰ μεταφέρνουν φῶς οὐράνιο ὅπου κι ἂν βυθιζόταν ἡ ματιά τους κι ὅ,τι κι ἂν ἔβλεπαν ἐκεῖ ὅπου θὰ ἔπεφτε τὸ βλέμμα τους.

Ἔτσι τὴν ἔβλεπε ὁ ἅγιος. Καὶ μὲ τρεμάμενη φωνή, γεμάτη πόνο καὶ παράπονο βαθύ, τῆς λέει αὐτὰ τὰ λόγια, ἐνῶ ἐκείνη πῶς καὶ πῶς περίμενε νὰ τῆς εἰπεῖ τί θησαυροὺς κομίζει;

-Παησία παιδί μου, τὶ σοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς; Τὶ κακὸ βρῆκες στὴ γλυκειά του συντροφιὰ καὶ ἔφτασες νὰ γίνεις τόσο ἀγνώριστη; Τὶ σοῦ ἔφταιξε καὶ τὸν παράτησες φτάνοντας σ’ αὐτὸ τὸ χάλι; Παιδί μου Παησία, πές μου ἀλήθεια, τὶ κακὸ βρῆκες στὸν Ἰησοῦ μας;

Τὰ λόγια αὐτὰ ἀπ’ τὴν καρδιὰ βγαλμένα, μπῆκαν στὰ κατάβαθά της σὰ λάβα πυρωμένη. Τὸν εἶχε, ἀλήθεια, λησμονήσει ἐντελῶς τὸν Ἰησοῦ της! Πόσος καιρὸς εἶχε περάσει ἀπὸ τότε! Οὔτε γιὰ μία στιγμὴ δὲν ξανασκέφτηκέ πὼς τοῦ ἀνῆκε κάποτε καὶ μὲ τὸ σῶμα της καὶ μὲ τὴν ψυχή της. Στὸν τρόπο τῆς ζωῆς ποὺ τώρα ἀκολουθοῦσε ἄλλα λόγια καὶ γιὰ ἄλλα ὀνόματα τῆς ἔλεγαν. Τὸν Ἰησοῦ ὅμως, τὸν Ἰησοῦν ἐκεῖνόν ποὺ κάποτε ἀνάφερνε μὲ λατρεία τὸ ὄνομά Του καὶ τὰ μάτια της γέμιζαν δάκρυα καθὼς τὸν ὀνομάτιζε μὲ ἁγνὴ ψυχὴ σὰν κρύσταλλο καθάριο, τὸν Ἰησοῦν αὐτὸν τὸν εἶχε πέρα γιὰ πέρα ἀπολησμονήσει. Καὶ νὰ ποὺ τώρα ξαφνικά, ἀπρόσμενα, πρόβαλλε καὶ πάλι ὁ Ἰησοῦς μπροστά της!

Ταράχτηκε ἡ κοπέλλα. Πάγωσε καθὼς τώρα ἔβλεπε καθαρὰ γιὰ πρώτη της φορὰ τό ποὺ εἶχε καταντήσει.

Δὲν εἶπε περισσότερα λόγια ὁ Γέροντας. Οὔτε καὶ χρειαζόταν. Μὰ αὐτά ποὺ ἤτανε νὰ πεῖ τὸ ἁγιασμένο στόμα του, κοντὰ στὰ ὅσα εἶχε πεῖ ὡς τὴ στιγμὴ αὐτή, ἀνάλαβαν τὰ μάτια του νὰ ποῦνε καὶ νὰ τὰ συμπληρώσουνε μὲ τὸ δικό τους τρόπο. «Καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ κάτω ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης ἤρξατο κλαίειν σφοδρῶς». Τί κλάμα ἤτανε ἐκεῖνο, Θεέ μου, τί κλάμα! Καὶ πέτρα νὰ ἦταν στὴ θέση τῆς καρδιᾶς χίλια κομμάτια θὰ γινόταν.

Τῆς εἴχανε μιλήσει γιὰ ἀγάπες καὶ ἔρωτες πολλοὶ τῆς Παησίας. Τῆς εἶχαν ψιθυρίσει λόγια ποὺ χάδι ἔμοιαζαν, λικνιστικὸ τραγούδι, και μ’αὐτὰ προσπαθοῦσαν νὰ τὴν ὁδηγήσουν σὲ κόσμους φανταστικούς, ἐξωπραγματικούς. Ὅμως τέτοια λόγια, τέτοια ἀγάπη, βαθιά, ἁγνὴ ἀγάπη γι’ αὐτὴν τὴν ἴδια καὶ ὄχι γιὰ ὅ,τι λέγοντάς της πὼς τὴν ἀγαποῦν μποροῦσαν νὰ τῆς πάρουν ἢ νὰ τοὺς δώσει, ἔστω καὶ θεληματικά, τέτοια ἀγάπη πρώτη φορὰ ἀντίκρυζε, τέτοια ἀγάπη πρώτη φορὰ συναντοῦσε ἡ Παησία.

Καὶ συγκλονίστηκε.

Μέσ’ ἀπ’ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς της κάτι καινούργιο φαινόταν νὰ προβάλλει ἤ, πιὸ σωστά, κάτι παλιό ποὺ ἦταν κάποτε λευκό, κατάλευκο, ἀμόλυντο, ἁγνό, παρθενικό, πρόβαλλε τώρα πάλι στὴ συνείδηση, κάτι ποῦ εἶχε καταχωνιαστεῖ μὲς στὴν ψευτιὰ τοῦ κόσμου καὶ μέσα στὴ βρωμιά του. Πόνεσε ἡ καρδιὰ τῆς Παησίας. Πόνεσε ἡ καρδιά της γιὰ ὅ,τι ἦταν κάποτε καὶ τώρα πιὰ δὲν ἦταν.

Πόνεσε ἡ καρδιὰ τῆς Παησίας γιά, ὅ,τι ἦταν τώρα καὶ κάποτε δὲ θὰ τολμοῦσε νὰ σκεφτεῖ πὼς ἦταν δυνατὸν νὰ καταντήσει τέτοια. Πόνεσε ἡ εὐαίσθητη καρδιά της βλέποντας τὸν ἀσπρομάλλη Γέροντα νὰ κλαίει σὰν παιδὶ ἀντὶ νὰ κλαίει ἡ ἴδια γιὰ τὸ χάλι της.

Ἀββᾶ, τοῦ λέει, Ἄββά μου, γιατὶ κλαῖς ἔτσι; Γιατὶ κλαῖς τόσο; Σήκωσε τὸ κλαμένο του πρόσωπο ὁ Ἀββὰς καὶ ἡ Παησία εἶδε στὰ μάτια του τὰ κρύσταλλα τῶν δακρύων του. Εἶδε τὰ παιδικὰ κι ἀθῷα μάτια του ὅλο παράπονο καὶ σπαραγμὸ γιὰ ξένο πόνο καὶ γιὰ ξένο κατάντημα. Αὐτὸ μονάχα πρόφθασε καὶ δὲν πρόφθασε νὰ ἰδεῖ ἡ Παησία καὶ πάλι ἔσκυψε τὸ κεφάλι του ὁ ὅσιος καὶ μὲ λυγμούς ποὺ τὸν συγκλόνιζαν τῆς ἀποκρίθηκε:

Βλέπω ὅτι ὁ σατανᾶς παίζει εἰς τὴν ὄψιν σου καὶ οὐ μὴ κλαύσω» Δὲν εἶσαι τὸ ἀγγελούδι ποὺ γνωρίζαμε, Παησία. Ὁ σατανᾶς παίζει στὸ πρόσωπό σου ἀφήνοντας τὴν ἀπαίσια σφραγῖδα του καὶ ὄχι ὁ φύλακας ἄγγελός σου, ὁ ἅγιος ἐκεῖνος σύντροφος τῆς ψυχῆς σου, ὅπως τότε, ἐκεῖνα τὰ χρόνια ποῦ σὲ ξέραμε ἁγνὸ καὶ ἀθῶο κορίτσι. Καὶ παίρνοντας τὴ μορφή σου ὁ μεγάλος κλέφτης πῆρε καὶ τὴν ψυχή σου καὶ τὴν ἔδεσε χειροπόδαρα, φτωχή. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴν κλάψω γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ κακὸ ποῦ ἔπαθες;

Τὰ λόγια αὐτὰ στάθηκαν ἱκανὰ νὰ γκρεμίσουν καὶ τὴν τελευταία ἀντίσταση τῆς ψυχῆς τῆς Παησίας, γιατὶ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ στὸ πέρασμα, τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης.
- «Ἔνι μετάνοια,. Ἀββά;» ῥωτάει ἡ κοπέλλα. Ὑπάρχει μετάνοια, ὑπάρχει ἐλπίδα γιὰ μετάνοια ἀκόμα καὶ γιὰ μένα ποὺ ἔπεσα τόσο βαθιὰ στὴ λάσπη, Ἄββά μου;
- Ὑπάρχει, παιδί μου, ὑπάρχει ὅσο βαθιὰ κι ἂν πέσει ὁ ἄνθρωπος, τῆς ἀποκρίνεται μὲ πειστικότητα ὁ Γέροντας.
- «Λάβε με ὅπου θέλεις», τοῦ λέει τότε ἡ κοπέλλα ἀποφασιστικά.
Πᾶμε, τῆς ἀποκρίνεται ἐκεῖνος καὶ σηκώνονται εὐθὺς νὰ φύγουν γιὰ τὴν ἔρημο.

Δὲν εἶπε ἡ κοπέλλα τίποτε στοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ. Δὲν ἄφησε ἐντολὴ ἢ ὁδηγία καμμιὰ γιὰ τό τί καὶ πῶς θὰ διαχειριστοῦνε στὸ ἑξῆς τὸ βιός της. Μέσα της ἔγινε σωστὴ κοσμογονία. Καινούργια πράματα γεννιόταν στὴν ψυχή της. Δὲν τὴν ἐνδιέφεραν πιὰ ὁ κόσμος καὶ οἱ ἠδονές του. Μιὰ μοναχὰ σκέψῃ εἶχε ἡ Παησία. Πῶς νὰ ξαναβρεῖ τὸ χαμένο ἑαυτό της. Καὶ πῶς, ἀφοῦ τὸν ξαναβρεῖ,, νὰ τὸν προσφέρει «θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον, τὴν λογικήν» της λατρεία στὸν προδομένο Νυμφίον Ἰησοῦ.

'Ἔτσι ὅπως ἦταν ἀκολούθησε ἡ Παησία τὸ Γέροντα μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη- Οὔτε καὶ ποὺ τὸν ῥώτησε «γιὰ ποῦ μὲ πᾶς; Τί θὰ κάνω ἐκεῖ ὅπου μὲ πᾶς; Καὶ ποιοὺς θὰ βρῶ ἐκεῖ; Καὶ γιατὶ ἐκεῖ καὶ ὄχι ἀλλοῦ;»... Ὄχι, δὲν ἔθεσε ὅρους πῶς καὶ τί. Ἤξερε μόνο πῶς ὁ ὅσιος σὲ καλὸ δρόμο τὴν ὁδηγοῦσε. Τὰ ὑπόλοιπα ἦταν γι' αὐτὴν λεπτομέρειες χωρὶς ἰδιαίτερη σημασία.

Βάδισαν, βάδισαν ὦρες κι ὦρες σιωπηλά. Ὃ ἥλιος κουρασμένος ἀπὸ τὸ δρόμο ἐκείνης τῆς μέρας ἔγερνε πρὸς τὴ δύση του γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Τὸ σούρουπο ἦρθε ἀπότομα καὶ ὅπου νὰ ἦταν θὰ ἔριχνε στὴν ἀποκαμωμένη γῆ τὸ μαῦρο πέπλο της ἡ δίδυμη ἀδελφὴ τῆς μέρας, ἡ νύχτα. Τότε ὅλα πιὰ ἔπρεπε νὰ ἠσυχάσουν. Καὶ οἱ δυὸ κουρασμένοι ὁδοιπόροι.

Ὥρα, παιδί μου, νὰ σταματήσουμε τὴν πορεία μας, εἶπε ὁ Γέροντας διακόπτοντας τὴ σκοπή τους. Ὥρα νὰ γείρεις κάπου ἐδῶ στὴν ἔρημο νὰ ξαποστάσεις ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ὁδοιπορίας. Σταμάτησαν. Ὁ Γέροντας ἔκανε μὲ ἄμμο ἕνα μικρὸ σωρὸ γιὰ νὰ τὸν ἔχει ἡ Παησία γιὰ προσκεφάλι της, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἐπάνω του γιὰ εὐλογία καὶ ὁ ἴδιος προχώρησε σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση διακριτικά.

Καὶ ἐκεῖ «πληρώσας τὰς εὐχὰς αὐτοῦ ἀνεκλίθη» κι αὐτὸς στὴν ἄμμο, ποὺ φιλοξένησε τὸ ἀσκητικό του κορμὶ τὸ κατάκοπο ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὶς συγκινήσεις τῆς μέρας ποὺ πέρασε. Μὰ ὅσο καὶ κατάκοπο ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία καὶ τὶς ἄλλες προσπάθειες κι ἂν ἦταν τὸ κορμὶ τοῦ Γέροντα, ὅμως σὰν ἔφτανε ἡ ὥρα του ξυπνοῦσε χωρὶς καμμιὰ δυσκολία, αὐτόματα. Ἡ νύχτα δὲν εἶναι γιὰ τὸ μοναχὸ νὰ κοιμᾶται. Ὁ μοναχὸς εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴ γῆ. «Ἐγὼ καθεύδω, λέει στὸν Κύριό της, ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ», ξαγρυπνάει ἡ καρδιὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἀγάπη ἀπροσμέτρητη καὶ ἔρωτᾳ θεῖον καὶ ἀκόρεστον γιὰ τὸν «Ἠγαπημένον» της, «τὸν ἐκλελοχισμένον ἀπὸ μυριάδων».

Καὶ ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ ὅλη ἡ φύσῃ ἡσυχάζει, ξαγρυπνᾶ ἡ ἀγάπη ὄχι ὡς ἀγάπη μοναχική, ἀλλὰ ὡς ἀγάπη διαπροσωπική, ὡς ἀγάπη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας στὸ πρόσωπο τοῦ μοναχοῦ. Ξαγρυπνάει λοιπὸν ὁ μοναχὸς ὁ ἅγιος γιὰ νὰ ἀρχίσει τὸν ὁλονύχτιο διάλογό του μὲ τὸν Κύριο τῆς ἀγάπης του, μὲ τὸν Κύριο ὅλων τῶν ἀδελφικῶν ψυχῶν, ποὺ τὴν ὥρα ἐκείνη ἐκπροσωπεῖ ἀγαπητικά. Ξυπνάει γι' αὐτὸ καὶ ὁ ὅσιος Γέροντας καὶ Ἀββᾶς Ἰωάννης μὰ τὶ εἶναι ἐκεῖνο ποῦ βλέπει; Ὄνειρο ἢ πραγματικότητα; Ὄχι, ὄνειρο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι. Αὐτὸ τὸ ξέρει. Εἶναι τόσο εὔκολο ἄλλωστε νὰ τὸ ἐξακριβώσει.

Δὲν εἶναι ὄνειρο, ἀλλὰ ὅραμα θεϊκό, εἶναι ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν ἀξιώνει νὰ τὸν ἰδεῖ. «Βλέπει λοιπὸν ὁδόν τινα φωτεινὴν ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ἕως αὐτῆς (τῆς Παησίας) ἐστηριγμένην. Καὶ εἶδεν ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ φέροντας τὴν ψυχὴν αὐτῆς. Ἀναστὰς οὖν καὶ ἀπελθὼν ἔνυξεν αὐτὴν τῷ ποδί. Ὡς δὲ εἶδεν ὅτι ἀπέθανεν, ἔῤῥιψεν ἑαυτὸν ἐπὶ πρόσωπον δεόμενος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἤκουσεν, ὅτι ἡ μία ὥρα τῆς μετανοίας αὐτῆς προσεδέχθη ὑπὲρ τὴν μετάνοιαν πολλῶν χρονιζόντων καὶ μὴ ἐνδεικνυμένων τὸ θερμὸν τῆς τοιαύτης μετανοίας».

Ἡ ἀγάπη τοῦ ὁσίου Γέροντα εἶχε βοηθήσει ὄχι μονάχα νὰ ξαναβρεῖ ἁπλῶς τὴν παιδική της ἀθῳότητα ἡ Παησία, μὰ καὶ ἐνσυνείδητα πιὰ μὲ τὴν βαθιά της μετάνοια νὰ γίνει ἄγγελος. Καὶ τώρα δὲν ἦταν πιὰ ἡ θέση της στὴ γῆ. Ὁ οὐράνιος Νυμφίος της τὴν ἤθελε κοντὰ του ντυμένην τὸ πρωτόκτιστον κάλλος της.

Ἡ ἀγάπη ἔκανε τὸ θαῦμα της. Ὅπως καὶ στὸ παραμύθι. Μὰ ἐτοῦτο τὸ θαῦμα ἦταν ἀληθινό. Καὶ τότε καὶ ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα…

Ἀνάτυπον ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Κοινωνία», ἔτος ΚΔ΄, 4 (Οκτώβριος –Δεκέμβριος 1981).

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC