Αρχική > News > Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!

Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!

Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του απ’ τόν κόσµο µακρυά, µέ τά ζωντανά του καί δέν κατέβαινε στό χωριό, παρά µονάχα γιά νά πουλήση τά τυριά του καί νά ψουνίση τά χρειαζούµενα, ξεκίνησε νά λέη ό Προκόπης.
Μιάν ηµέρα τό λοιπόν, όπου βρέθηκε στό χωριό γιά τίς δουλειές του, πήγε νά ανάψη ενα κερί στήν εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος καί καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί µιλούσεν ό παπάς στούς χωριανούς του καί τούς έλεγε τό κήρυγµα γιά τόν ίσιον δρόµο του Θεού, πού πάει ολόισια στόν Παράδεισον, αν δέν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά.
Πρέπει νά τραβούµεν ίσια καί νά είµαστε συµπονετικοί γιά κάθε άνθρωπον, όταν εχει τήν ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρηδες καί νά ελεούµε, γιατί τό ίδιο κάνει καί ο Θεός καί ελεεί τόν κόσµον όλον γιά νά ζη καί νά πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός τό ίδιο, τόν συµπαθὰ πολύ καί τόν παίρνει στόν Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο ατελείωτον! «Ετσι τά έλεγεν ο παπάς κι ετσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου. Η Εκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί νά τά πη, µαθές;
‘Όλοι ακούγαµε τόν άπλοϊκόν τσοµπάνο, πού µιλούσε µέ τόν δικό του παραστατικόν τρόπο καί κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν έδειχνε δυσκολία στό νά εκφραστή αυθόρµητα καί νά πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ενθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στήν διήγηση του Προκόπη:
– Καί µετά τί έγινε: Πώς πήγε στόν Παράδεισον;
– ‘Όταν γύρισε στό καλύβι του, τό είπε στήν γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα νά συναντήση τόν Θεό. ‘Ετσι κι έγινε.
Τήν άλλη µέρα πήρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε γιά τόν Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στά χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά κι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς καί τό βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο καί συνέχισε τήν άλλη µέρα τόν ίσιο δρόµο γιά τόν Παράδεισο. Έφαγε καί τό ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα καί τήν τέταρτη. Τό ένα βουνό ανέβαινε, τό άλλο κατέβαινε. Τήν πέµπτη µέρα πεί νασε πολύ καί σκέφτηκε τί νά κάνη καί που νά βρη τροφή. Κι όταν άνέβηκε τό βουνό, πού ηταν µπροστά του, είδε στήν απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. Έσυρε λοιπόν καί πήγε. Χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του. Τόν βάλανε λοιπόν µέσα στήν εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένη, ώσπου νά του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τίς εικόνες καί τίς θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, όλοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στόν σταυρό σταυρωµένον κι ολόγυµνο καί µατωµένον τόν Χριστό, άναφώνησε:
– Ώχου, τό παλληκάρι, τό λαβώσανε οί άτιµοι! Ώχου καί τόν έχουν κρεµασµένον ακόµα!
– Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του έφερε λίγα φαγώσιµα, τά βαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης.Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε, πού µιλούσε στόν σταυρωµένον καί τόν ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, αδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τόν καλόγερον, πώς είναι απ’ αύτούς, πού τόν σταυρώσανε, δέν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στόν σταυρωµένον:
– Έ, παλληκάρι! Μπορείς νά κατεβής από κεί πάνω, νά ‘ρθης νά φάµε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θές νά ‘ρθώ νά σέ κατεβάσω εγώ;
– Οχι. Μπορώ καί µόνος µου νά κατέβω. Έρχοµαι.
– Κατέβηκε τό λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης τήν άφήγησή του, κάθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. Έκείνος τού ’πε νά τόν πάρη µαζί του, τώρα πού πάει νά συναντήσει τόν Θεό.
Θέλεις νά σέ πάρω κι εσένα; Ο Θεός είναι καλός καί θά σε λυπηθή καί θά σέ βάλη καί σένα στόν Παράδεισο. Εγώ γι’ αυτό πάω στόν Θεό. ‘Ερχεσαι µαζί µου; Δέν πρόλαβε όµως ο Σταυρωµένος ν’ αποκριθή, γιατί ακούστηκε νά έρχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µέ ανοιγµένα χέρια.

Καί ο καλόγερος ρώτησε τόν τσοµπάνο:
– Τώρα µή µου πης πώς δέν µίλαγες µέ κανέναν. Σ’ άκουσα µέ τά ίδια µου τ’ αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;
– Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στήν αρχή, δίστασε καί στό τέλος είπε στόν καλόγερο πώς μιλούσε μέ τό κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού τό λυπήθηκε καί τό κάλεσε νά φάνε μαζί τό βρισκάμενο. Καί είπε στόν καλόγερο:
– Μή μέ μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στόν Παράδεισο καί ο παπάς του χωριού μας είπε νά πάρουμε τόν ίσιο δρόμο καί νά είμαστε ψυχοπονιάρηδες. Κατάλαβες; Τό λυπήθηκα λοιπόν τό παλληκάρι καί τό κάλεσα νά πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί. Κακό εκανα;
– ‘Οχι, όχι, καλά εκανες καί πάντα νά συμπονάς τούς αναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ο καλόγερος μέ τά όσα του είπε ό τσομπάνος. Κι έτρεξε καί τά φανέρωσε όλα στόν Ηγούμενό του.
Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οί καλόγεροι μέ τόν Ηγούμενο στήν εκκλησιά καί βάλανε μετάνοια στόν τσομπανο, πού έφαγε μαζί με τόν Σταυρωμένο Χριστό καί τόν παρακαλέσανε νά πει καμμιά καλή κουβέντα καί γι’ αυτούς, όταν συναντήσει τόν Θεό.
– Άμα τόν δω τόν Θεό, θά του πω καί γιά σας, αλλά γιατί τό κρατάτε σταυρωμένο τό παλληκάρι; Τί σας έκανε; Κατεβάστε το νά φάη καί νά ντυθή, πού είναι όλόγυμνος καί πληγωμένος. Κι αν δέν τόν θέλετε εσείς εδώ, τόν παίρνω εγώ μαζί μου.
– Εκείνοι κοκκαλώσανε απ’ τήν καλωσύνη καί τήν αθωότητα του Μαυρογένη καί, αφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τόν συνόδεψαν κάμποσο στόν ίσιο δρόμο πού ακολουθούσε κι όταν έκείνος απομακρύνθηκε, τόν βλέπανε πού δέν πάταγε στήν γη, αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ’ τά μάτια τους.
Αυτός ό καλός άνθρωπος γιά μένα θά πήγε στόν Παράδεισο τό δίχως άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός. Εγώ γράμματα δέν ξέρω γιά νά τά πώ πιο όμορφα, αλλά θυμάμαι τόν παππού μου τόν Χαραλάμπη, πού έλεγε πώς ό,τι κάνεις σ’ αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου κάνουνε κι εσένα στήν άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή είναι n Ιστορία, πού άκουσα.,
Από το βιβλίο του Π.μ.Σωτήρχου «Οι εραστές του παραδείσου»

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC