Αρχική > News > Ο θάνατος του παλληκαριού

Ο θάνατος του παλληκαριού

Γράφοντας στη γυναίκα του ο Παύλος Μελάς εξιστορεί το πως χάρισε τη ζωή στους δολοφόνους ενός παπά. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα περιγράφει την ψυχολογική του διαπάλη ανάμεσα στο καθήκον προς την πατρίδα, που τον υποχρέωνε να σκοτώσει τους δολοφόνους του παπά και στην ιδιότητά του ως «ανθρώπου» που δεν του έδινε το δικαίωμα να αφαίρεση τη ζωή ούτε και από τον πιο κακούργο άνθρωπο.
«Φεύγουν νύχτα και πηγαίνουν σ’ άλλο χωριό όπου έπρεπε να βρουν και να σκοτώσουν τους δολοφόνους ενός παπά»∙ και πάλι γράφει στη γυναίκα του ο Παύλος∙ «Δεν θα λησμονήσω ποτέ πόσον υπέφερα σήμερον το απόγευμα. Διαρκώς ηρώτων τον εαυτόν μου εάν είχον δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν είναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω. Και διαρκώς απήντων, όχι, όχι!... Μα την αλήθειαν πολύ θα αγαπώ και την Πατρίδα και το Γένος, διότι αν και υποφέρω, αν και κλαίω, θα αφήσω να γίνει εκείνο το όποιον απεφασίσθη». Αλλά εκείνη τη φορά δεν έγινε ή τιμωρία, γιατί ο χειρότερος από τους κακούργους είχε ξεφύγει. Και το Παλληκάρι χαίρεται σχεδόν και ανασαίνει∙ καλεί μπροστά του τους άλλους δυο δολοφόνους σ' ένα σπίτι μαζύ με τους δημογερόντους. Πρώτα, μιλεί γλυκά σαν χριστιανός στους χωριανούς, και τους ονομάζει αδελφούς, και τους λέγει για την Εκκλησία και τον Πατριάρχη, για την Πατρίδα και για τους Βουλγάρους δολοφόνους. Όλοι συγκινήθηκαν και δάκρυσαν. Ύστερα άλλαξε απότομα και τόνο και όψη και με πάθος φοβερίζει τους δυο δολοφόνους και τους δηλώνει πως ήταν καταδικασμένοι να σκοτωθούν για όλα τα κρίματά τους, ότι εκείνο το βράδυ ήταν να διαταχθεί και να εκτελεσθεί ο θάνατός τους, αλλ’ ότι ανάβαλε την τιμωρία για να τους δώσει καιρό να μετανοιώσουν.
Και, αγάλι αγάλι έπειτα ελαττώνοντας την ορμή, τούς συμβούλεψε και αυτούς σαν αδελφούς και τους είπε πως είναι ελεύθεροι να λέγονται όπως θέλουν, αλλ' αν μάθει ποτέ πως εξακολουθούν τη φριχτή δουλειά πού έμαθαν στη Βουλγαρία, να ξέρουν πώς θα τους θανατώσει αλύπητα.
Και οι δυο με κλάματα του φιλούσαν από ευγνωμοσύνη τα χέρια και διαμαρτυρήθηκαν πώς με τη βία τούς ανάγκασαν οι Βούλγαροι να σκοτώσουν. Προτού φύγει έδωσε στους δημογέροντες χρήματα να μοιρασθούν στη φτωχολογιά του χωριού και Ιατρικά για μετρικούς άρρωστους».

Απόσπασμα από το «Ο θάνατος του παλληκαριού» του Ι. Δραγούμη,
από το έργο «Ένα ανθολόγιο για τον Παύλο Μελά» επιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC