Αρχική > News > Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου - Λόγος 25ος: Περὶ ταπεινοφροσύνης (Μέρος Γ΄)

Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου - Λόγος 25ος: Περὶ ταπεινοφροσύνης (Μέρος Γ΄)

Ο ταπεινόνους αποστρέφεται με βδελυγμία το ιδικό του θέλημα ως πεπλανημένο. Και στα αιτήματά του προς τον Κύριον συνηθίζει να δέχεται με αδίστακτη πίστη την γνώση του θελήματός Του και να υπακούη σ΄ αυτό. Υπακούει δε στους διδασκάλους του χωρίς να εξετάζη και να περιεργάζεται την ζωή τους, αλλά αναθέτοντας κάθε φροντίδα του στον Θεόν, ο οποίος ακόμη και με το στόμα της όνου εδίδαξε στον Βαλαάμ τα απαραίτητα (πρβλ. Αριθ. κβ΄ 28).

Ο ταπεινόνους αυτός μοναχός, και όταν ακόμη όλα τα σκέπτεται και τα πράττη και τα λέγη κατά Θεόν, και τότε ακόμη δεν δίδει εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Διότι για τον ταπεινό το οικειόπιστον είναι μεγάλος σκόλοψ και βάρος, όπως αντιθέτως για τον υπερήφανο το ετερόλεκτο.

Εγώ νομίζω ότι μόνο όποιος είναι Άγγελος δεν κλέπτεται από αμαρτήματα, δεν υποπίπτει δηλαδή σε κανένα αμάρτημα, διότι άκουσα κάποιον επίγειο Άγγελο να λέγη: «Ουδέν εμαυτώ σύνοιδα, άλλ΄ ούκ έν τούτω δεδικαίωμαι, ό δε ανακρίνων με Κύριός έστι» (Α΄ Κορ. δ΄ 4). Για τον λόγο αυτό οφείλομε να κατακρίνωμε συνεχώς και να κατηγορούμε τους εαυτούς μας, ώστε με τον εκούσιο εξευτελισμό να απομακρύνωμε τις ακούσιες αμαρτίες. Διαφορετικά θα είναι οπωσδήποτε άσχημη η λογοδοσία μας γι΄αυτά την ώρα του θανάτου.

Εκείνος που ζητεί από τον Θεόν πράγματα μικρότερα από ό,τι θα του άξιζαν, αυτός θα λάβη οπωσδήποτε ανώτερά του. Περί αυτού μαρτυρεί ο τελώνης, ο οποίος ζητούσε μόνο την συγχώρησι και απεκόμισε επί πλέον και την δικαίωσι. Ο ληστής πάλιν εζήτησε να τον ενθυμηθή μόνο ο Κύριος στην βασιλεία Του, και όμως εκληρονόμησε ολόκληρο τον παράδεισο.

Μέσα στην δημιουργία δεν είναι δυνατόν να αντικρύσης μικρή ή μεγάλη φωτιά όσον αφορά την φύσι της. Και στην ανόθευτη ταπεινοφροσύνη είναι εντελώς αδύνατον να εναπομείνη ίχνος κάποιας ξένης ύλης. Όσο συνεχίζομε να αμαρτάνωμε εκουσίως, δεν υπάρχει μέσα μας τούτο, η ανόθευτη δηλαδή ταπεινοφροσύνη. Όταν όμως αμαρτάνωμε ακουσίως, αυτό αποτελεί απόδειξι της παρουσίας της.

Γνωρίζοντας ο Δεσπότης Χριστός ότι προς την εξωτερική εμφάνισι συμμορφώνεται και η αφανής αρετή της ψυχής, φορώντας το λέντιο μας υπέδειξε μέθοδο για να βαδίζωμε την οδό της ταπεινώσεως. Διότι η ψυχή εξομοιώνεται με ό,τι ασχολείται και λαμβάνει τον τύπο και την μορφή αυτών, τα οποία πράττει.

Η αρχή, (η εξουσία), έγινε αιτία υψηλοφροσύνης σ΄ έναν Άγγελο∙ αλλά βεβαίως δεν του εδόθηκε η εξουσία για να πέση στην υψηλοφροσύνη.

Διαφορετικά αισθάνεται όποιος κάθεται σε θρόνο και διαφορετικά όποιος κάθεται στην κοπριά. Ίσως για τον λόγο αυτό και ο μέγας εκείνος δίκαιος, (δηλαδή ο Ιώβ), καθόταν έξω από την πόλι επάνω στην κοπριά. Τότε αφού απέκτησε την τελεία ταπεινοφροσύνη είπε ολοψύχως: «Εφαύλισα εμαυτόν και ετάκην∙ ήγημαι δε εμαυτόν γήν και σποδόν» (Ιώβ μβ΄ 6).

Ευρίσκω ότι εκείνος ο Μανασσής αμάρτησε όσο κανείς άλλος άνθρωπος, αφού και τον Ναό του Θεού και ολόκληρη την θρησκεία εμόλυνε με τα είδωλα. Γι΄ αυτόν και αν ακόμη ενήστευε όλος ο κόσμος, δεν θα μπορούσε να προσφέρη τίποτε πού να αντιστάθμιζε τα αμαρτήματά του. Η ταπείνωσις όμως εστάθη ικανή και εθεράπευσε όσα ήταν σ΄αυτόν αθεράπευτα.

«Ότι εί ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν», λέγει ο Δαβίδ στον Θεόν. «Ολοκαυτούμενα σώματα διά νηστείας, ούκ ευδοκήσεις∙ θυσία τώ Θεώ» (πρβλ. Ψαλμ. ν΄ 18-19) και τα λοιπά. Όλοι κατανοούν την σημασία αυτών των λόγων. «Ημάρτηκα τώ Κυρίω» εβόησε προς τον Θεόν η μακαρία αυτή ταπείνωσις για τα αμαρτήματα της μοιχείας και του φόνου, και αμέσως ήλθε η απάντησις: «Αφείλετο (= εσυγχώρησε) Κύριος το αμάρτημά σου» (Β΄ Βασ. ιβ΄ 13).

Δρόμο και αφορμή για την απόκτησι αυτής της αρετής οι αείμνηστοι Πατέρες μας ώρισαν τους σωματικούς κόπους. Εγώ επί πλέον συνιστώ την υπακοή και την ευθύτητα της καρδίας, πού έκ φύσεως είναι αντίθετες προς την οίησι.

Εάν αυτή, η υπερηφάνεια, μερικούς από Αγγέλους τους μετέβαλε σε δαίμονας, εκείνη, η ταπεινοφροσύνη, οπωσδήποτε μερικούς από δαίμονας μπορεί να τους μεταβάλη σε Αγγέλους∙ γι΄αυτό ας έχουν θάρρος όσοι έπεσαν.

Ας σπεύσωμε και ας πυκτεύσωμε με όλες μας τις δυνάμεις να ανεβούμε στην κεφαλή και κορυφή της ταπεινοφροσύνης. Αν δεν μπορούμε αυτό, ας ανεβούμε τουλάχιστον στους ώμους της. Αν και αυτό δεν μπορούμε να το κατορθώσωμε, ας μην χάσωμε τουλάχιστον την αγκάλη της. Διότι όποιος την χάση και αυτήν, απορώ αν θα μπορέση να κερδήση τίποτε στην αιωνιότητα.

Νεύρα της ταπεινοφροσύνης και οδοί, αλλ΄ όχι και σημάδια και αποδείξεις, είναι η ακτημοσύνη, η αφανής ξενιτεία, η απόκρυψις της σοφίας, η απλή ομιλία, η ζήτησις ελεημοσύνης, η απόκρυψις της ευγενικής καταγωγής, η εξορία της παρρησίας, η απομάκρυνσις της πολυλογίας. Τίποτε άλλο δεν κατώρθωσε ποτέ μέχρι τώρα να ταπεινώση τόσο την ψυχή, όσο η φτώχεια και η επαιτεία. Τότε φαίνεται η φιλοσοφία μας και η φιλοθεΐα μας, όταν, ενώ μπορούμε να υψώσωμε τον εαυτό μας, αποφεύγωμε ανεπιστρεπτί το ύψος.

Εάν εξοπλίζεσαι καμμία φορά εναντίον ενός πάθους, να παίρνης ως σύμμαχο τούτη την αρετή. Διότι αυτή «επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήσεται, και καταπατήσει λέοντα και δράκοντα» (Ψαλμ. 90΄ 13), δηλαδή, όπως θα έλεγα εγώ, «επί αμαρτίαν και απόγνωσιν επιβήσεται και καταπατήσει τον διάβολον και τον δράκοντα του σώματος».

Η ταπεινοφροσύνη είναι ουράνιος ανεμοστρόβιλος πού μπορεί να ανεβάση την ψυχή από την άβυσσο της αμαρτίας στα ύψη του ουρανού. Αντίκρυσε ένας κάποτε το κάλλος της μέσα στην καρδιά του και αφού κατελήφθη από θάμβος ερωτούσε το όνομα του πατρός της. Εκείνη δε με ένα φαιδρό και γαλήνιο μειδίαμα του αποκρίνεται: «Πώς σπεύδεις να μάθης το όνομα του πατρός μου, ενώ αυτός είναι ανώνυμος; Δεν θα σου το φανερώσω, έως λάβης μέσα σου τον Θεόν». Αυτώ η δόξα είς τους αιώνας. Αμήν.

Μητέρα της πηγής είναι η άβυσσος των υδάτων∙ πηγή δε της διακρίσεως η ταπείνωσις.

Ι.Μ.Παρακλήτου

https://orthodoxfathers.com/

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC