Αρχική > News > Μικρασία, ο τόπος μας

Μικρασία, ο τόπος μας

Ο τόπος μας. Μ' αυτή τη λέξη η μητέρα μου αναφερόταν στη Μικρασία. Μια τόσο μικρή μα και τόσο μεγάλη λέξη. Μια λέξη που έκρυβε μέσα της μια πατρίδα, αναμνήσεις, αγωνίες, νοσταλγία.

Ο τόπος μας. Ολόκληρη η Μικρασία, που το 26% του πληθυσμού της ήταν Έλληνες. Μια Μικρασία που έζησε, ζει και θα ζει. Μια εστία Ελληνισμού, Χριστιανισμού και Παιδείας απ' τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα: Όμηρος, Ηρόδοτος, Θαλής, Κόντογλου, Μέγας, Κοντής, Βενέζης, Αμβρόσιος Μοσχονησίων, Γρηγόριος Κυδωνιών, Χρυσόστομος Σμύρνης. Μια Μικρασία διάσπαρτη από μνημεία με ελληνικές επιγραφές. Μια Μικρασία που σε κάθε βήμα συναντάς εστίες Χριστιανισμού.
Μεγαλόπρεπες εκκλησίες, άλλες ερειπωμένες, όπως του Αγίου Αντύπα στην Πέργαμο, του Αγίου Νικολάου στα Μύρα ή του Ταξιάρχη στα Μοσχονήσια, κι άλλες που αντιστέκονται ακόμα στη φθορά του χρόνου, όπως του Αγίου Γεωργίου, του Ταξιάρχη και του Αγίου Δημητρίου στο Αϊβαλί.

Τα περισσότερα παιδιά στην εποχή μου μεγάλωναν με τα παραμύθια των γιαγιάδων τους. Εγώ μεγάλωσα με τα παραμύθια της Μικρασίας. Η γιαγιά κι η μητέρα μου, πολλές φορές κι ο πατέρας μου, μου μιλούσαν για τον τόπο τους που με τόση αγωνία εγκατέλειψαν... Οι διηγήσεις τους τόσο ζωντανές, που έχουν γραφεί με κάθε λεπτομέρεια στη μνήμη μου. Γνώρισα από πολύ μικρή το σπίτι, το εξοχικό, τα κτήματα, το εργοστάσιο του παππού, τα μαγαζιά των θείων μου, τα ξακουστά κέντρα της εποχής, τις εκδρομές στα νησάκια, τα πανηγύρια! Κάθε μέρα και μια ανάμνηση! Τα είχα ακούσει τόσες φορές και με τόσες λεπτομέρειες, που όταν το 1989 κατάφερα τη μητέρα μου να επισκεφθούμε αυθημερόν -αυτό ήταν συμφωνία- τον τόπο τους τα αναγνώρισα όλα, λες και ήξερα χρόνια τα μέρη που άλλοι έζησαν, σαν να τα είχα ζήσει εγώ. Το διόροφο σπίτι πλάι στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, το εργοστάσιο του παππού, το εξοχικό στο Φάληρο... Ένιωσα τόσο παράξενα! Κι η μητέρα μου τόσο χαμένη, που λες πως δεν πίστευε πως ξαναπατούσε χωρίς φόβο -ας πούμε- τα χώματα του τόπου της. Τα μάτια της κοίταζαν το σπίτι που έζησε τα παιδικά της χρόνια, την εκκλησία που βαπτίστηκε, τα καλντερίμια που περπάτησε ανέμελα, μα και με αγωνία όταν για πάντα έφευγε, κι είχαν μεγαλώσει τόσο, θαρρείς για να χωρέσουν μέσα σε μια μέρα όλα όσα τόσα χρόνια -57- λαχταρούσαν να ξαναδούν και που τώρα ήταν μπροστά τους. Αν κάποιος έτυχε να ζήσει αυτή την εμπειρία που έζησα σ'αυτό το ταξίδι -προσκύνημα- με τη μητέρα μου, θα μπορέσει να καταλάβει.

Πριν λίγο καιρό διαβαίνοντας ένα σοκάκι στο Αϊβαλί, στάθηκα μπροστά σ' ένα κλειστό σπίτι. Ήταν ακατοίκητο. Η πόρτα μερακλίδικα φτιαγμένη με μπρούτζινο ρόπτρο. Στα σκαλοπάτια μια γάτα κοιμόταν μακάρια στη λιακάδα. Το φωτογράφισα και θυμήθηκα τους στίχους: "Το σπίτι που γεννήθηκα, στοιχειό 'ναι που με καρτερεί". Κάπως έτσι καρτερώντας το 1999 τέλειωσε το παραμύθι μιας ζωής της Μικρασιάτισσας μάνας μου. Λίγο πριν ξεψυχίσει, μου λέει: "Άννα, θέλω να 'ρθει ο Παναγιώτης", ο αδελφός μου, "να με πάει στο σπίτι μας, στον τόπο μας"...

της Άννας Χατζέλλη-Τσακιράκη
Περιοδικό «αποστολή προς τους ενορίτες» Αρ.φύλλου 50,2002

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC