Αρχική > News > ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ ΙΒ΄ 16-21 – Επί της παραβολής του άφρονος πλουσίου

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ ΙΒ΄ 16-21 – Επί της παραβολής του άφρονος πλουσίου

-«Άφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;»

Θυμάμαι απ’ τον καιρό που ήμουνα μικρό παιδί, και που οι διασκεδάσεις δεν ήταν τόσες όσες σήμερα που υπάρχουν οι τηλεοράσεις και τα άλλα μέσα τα οπτικοακουστικά, είχαμε μια ειδική αδυναμία στον Καραγκιόζη, τον λαϊκό εκείνο τύπο, με τη λαϊκή σοφία, που τα παιδιά τον παρακολουθούσαμε και ψυχαγωγούμαστε, ελλείψει βέβαια άλλων ψυχαγωγιών. Εκεί, λοιπόν, που διαρκώς πεινούσε και άλλαζε τα επαγγέλματα για να ζήσει, χωρίς ποτέ να κατορθώνει να χορτάσει, έγινε κάποτε και μάγειρας. Είναι η περιπέτεια «Ο Καραγκιόζης μάγειρας». Μάγειρας, λοιπόν, σ’ ένα λόχο, έβαλε να βράσει ένα καζάνι φαΐ να φάει ο λόχος. Κι εκεί που μαγείρευε, αντί για λάδι, έριξε μέσα στο φαΐ πετρέλαιο. Κι όταν ο αχώριστος φίλος του, ο Χατζηαβάτης, τον ρώτησε: «Γιατί βρε ματάκια μου το έκανες αυτό;» του είπε: «Για να μην το φάνε οι φαντάροι το φαΐ, να το φάω όλο μόνος μου!».

Αυτή είναι η πλεονεξία, στην οποία αναφέρεται το σημερινό Ευαγγέλιο. Κι όπως βλέπετε, δεν αφορά μόνο τους πλούσιους. Το ότι ο Κύριος διάλεξε ένα παράδειγμα με πλούσιο, δεν σημαίνει ότι και οι φτωχοί και οι πεινασμένοι, που δεν έχουνε να φάνε, δεν έχουν την πλεονεξία. Έτσι, ο μεν Καραγκιόζης με την πλεονεξία του αχρήστευσε το καζάνι με το φαΐ, και για τον εαυτόν του και για τους άλλους (γιατί ήταν αδύνατο βέβαια να το φάει και ο ίδιος αυτό το φαγητό), ο δε πλούσιος της σημερινής παραβολής, αχρήστευσε όλα εκείνα τα αγαθά που του έδωσε ο Θεός, και για τον εαυτόν του που δεν τα απόλαυσε και για τους άλλους.

Η πλεονεξία, δηλαδή το δαιμόνιο της πλεονεξίας, προσβάλλει πλούσιους και φτωχούς νέους και γέρους. Άλλωστε, κατά κάποιον τρόπο, όλοι είμαστε φτωχοί και όλοι είμαστε πλούσιοι. Όλοι είμαστε φτωχοί, και οι πλέον «έχοντες», διότι, τα αγαθά που έχουμε στα χέρια μας, ο Θεός μας τα ‘χει δώσει να τα διαχειριστούμε. Δεν είναι δικά μας. Είμαστε ταλαίπωροι και φτωχοί και γυμνοί όπως λέει η αποκάλυψις, και πρέπει να καταλάβουμε ότι είμαστε απλώς Οικονόμοι. Είμαστε διαχειρισταί που θα τα διαχειριστούμε, καλώς ή κακώς, και θα δώσουμε λόγο. Και όλοι είμαστε πλούσιοι γιατί,… αλλάζει κανείς τα δυο του μάτια με δυο εκατομμύρια δολάρια; Και πόσα θέλει για τα δυο του πόδια; Και πόσα μπορεί να πουλήσει τα δυο του χέρια, πόσα την οικογένεια του, τα παιδιά του, πόσα το μυαλό του, την ευφυΐα του, πόσα τον ύπνο του, ο υπάλληλος, ο εργάτης στον εργοδότη του τον εκατομμυριούχο; Πόσα εκατομμύρια δολάρια μπορεί να πουλήσει τον ύπνο του; Και αν κάνουμε ένα λογαριασμό σε όλ’ αυτά, βλέπουμε ότι, όλοι κατά κάποιον τρόπο είμαστε πλούσιοι σε αγαθά που μας έδωσε ο Θεός να τα διαχειριστούμε, και για τον εαυτόν μας και για τους άλλους.

Το δαιμόνιο λοιπόν προσβάλλει τους πάντες και κάνει ολέθριες καταστροφές. Όπως είπα και πριν, απ’ την πλεονεξία του ο Καραγκιόζης, δεν αχρήστευσε μόνο το φαΐ για τους άλλους, αλλά και για τον εαυτόν του. Το ίδιο κι ο πλούσιος, αχρήστευσε τα αγαθά του διότι, ασφαλώς, θα μούχλιαζαν στις αποθήκες του και θα πήγαιναν στις χωματερές, στα ζώα για να τα φάνε και δεν ξέρω που αλλού. Αχρηστεύουν, οι πλεονέκτες, όλα τα πράγματα και όλα τα αγαθά. Πλεονεξία στο χρήμα, πλεονεξία στο φαγητό, πλεονεξία στις τουαλέτες πλεονεξία στην ταχύτητα του αυτοκινήτου ή της μοτοσικλέτας που καταστρέφει και αυτόν που το έχει. Όπου βάλει χέρι η πλεονεξία τα καταστρέφει όλα.

Ο Μέγας Βασίλειος αγαπητοί μου έγραψε και απήγγειλε ένα λόγο περί πλεονεξίας, πάνω σ’ αυτή την περικοπή, και μάλιστα συγκεκριμένα στο «καθελών μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω..». Είν’ ο περίφημος εκείνος λόγος, που άνοιξε τα βαλάντια, τα πορτοφόλια των Καισσαραίων και τις αποθήκες τους, που τις είχαν κλειδωμένες σαν τον άφρονα πλούσιο, και έφτιαξε την περίφημη Βασιλειάδα, την πόλη όπου ανακούφισε την πτωχεία. Ο Μέγας λοιπόν Βασίλειος, μεταξύ των άλλων κακών, αναφέρει ότι ο πλεονέκτης είναι άθεος, ο πλεονέκτης παραλογίζεται, γίνεται ανισόρροπος και δεν μπορεί να σκεφτεί καλά, και καταλήγει στο ότι ο πλεονέκτης λογαριάζεται άσχημα με τον θάνατο.

Και λέγει καταλήγοντας ο άγιος πατήρ: «Ποια φρίκη, θα σε πιάσει τότε, όταν θα σε περιτριγυρίζει το σκότος, και θα ακούσεις από τον κριτή το: «Επείνασα και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψασα και ουκ εποτίσατέ με, ασθενής ήμην, γυμνός και ου περιεβάλετέ με. Πορεύεστε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιο». Πρόσεξε! (λέγει ο Μέγας Βασίλειος) δεν εγκαλεί ούτε τον κλέφτη που έγδυσε κάποιο, γιατί ο γυμνός μπορεί να ξαναγοράσει ρούχα και να βάλει. Δεν εγκαλεί ούτε τον φονιά, ούτε άλλον εκεί. Ο μόνος που καλείται να απολογηθεί την φοβερή εκείνη ώρα, είναι ο ακοινώνητος, ο πλεονέκτης. «Πείνασα και ουκ εδώκατέ μοι» «Εδίψασα και ουκ εποτίσατέ μοι» Οι άλλοι, κρίνονται μεν και κατακρίνονται αν είναι αμετανόητοι, αλλά δεν καλούνται ν’ απολογηθούν.» Επί λέξη λέει: «Ουχ ο άρπαξ εγκαλείται, αλλ’ ο ακοινώνητος κατακρίνεται». Και καταλήγει: «Εγώ σας είπα εκείνο που νόμισα ότι σας συμφέρει. Τώρα σ’ εσάς, έν’ απ’ τα δύο απομένει να κάμετε. Ή να ακούσετε τα λόγια μου και ν’ αλλάξετε διαγωγή, και να βαδίστε προς τα ουράνια αγαθά τα οποία έχει ετοιμάσει ο Χριστός, ή να μην με ακούσετε, οπότε η οργή θα σας περιμένει όπως σας είπα, πράγμα που δεν εύχομαι για κανένα από εσάς. Εύχομαι να μετανοήσετε, ώστε να οδηγηθούμε όλοι εκεί, εις τα αγαθά τα ετοιμασμένα από τον Κύριον, Του οποίου η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.»

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πατρός Νικολάου Φαναριώτη (Ι.Ν. Οσίου Λουκά Πατρών, 18-11-1984)

Πηγή: http://www.pigizois.net

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC