Αρχική > News > Η θεραπεία του τριμερούς της ψυχής, οι θλίψεις και η αναγκαιότητα της πίστης

Η θεραπεία του τριμερούς της ψυχής, οι θλίψεις και η αναγκαιότητα της πίστης

Αδελφοί και πατέρες, το σύνολο της εμπάθειας και γενικά το περιεχόμενο του νεκρού και παλαιού ανθρώπου ονομάζουν οι Πατέρες «κακίαν της έχθρας». Ολόκληρο το ενάρετο και θεοπρεπές σύστημα ονομάζουν «ευσέβεια». Όπως πολλές φορές αναφέραμε, προηγείται η προσεκτική λεγόμενη πρακτική, που νεκρώνει τις σωματικές παραβάσεις, που γίνονται μέσω των αισθήσεων. Τότε ξυπνά ο νους από το λήθαργο της αδράνειας και υποτάσσει στη λογική τις κρίσεις και τις πράξεις του ανθρώπου. Πληροφορείται ο άνθρωπος ποιος πρέπει να είναι και που κατάντησε, δουλεύοντας στα πάθη και την άρνηση, και αρχίζει το πένθος. Αυτό είναι το καθάρσιο από τη σήψη της διαστροφής. Ο νους ανακαινίζει τις δυνάμεις της ψυχής, μέσω των οποίων ρυθμίζει αλάνθαστα, όσα οδηγούν στην ανάπλαση και ανάσταση τον άνθρωπο.

Οι δυνάμεις της ψυχής είναι τέσσερεις. Φρόνηση, σωφροσύνη, ανδρεία και δικαιοσύνη. Αυτές τις διέστρεψε η παράλογη χρήση και η αμαρτωλή ζωή. Και όχι μόνο δεν λειτουργούσαν σύμφωνα με τη φύση τους, όπως τοποθετήθηκαν στη θεοειδή ψυχή, αλλά έγιναν υπόδουλες στην αμαρτία και όργανα του θανάτου. Όσοι θέλουν να αγωνιστούν, πρέπει να αρχίσουν την ανάπλαση και ανακαίνιση, με τη βοήθεια της Χάρης, από αυτές. Κατά τους Πατέρες, οι δυνάμεις αυτές γεννιούνται και λειτουργούν από το τριμερές της ψυχής, το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό.

Από το λογιστικό, το νου, πηγάζουν η φρόνηση και η δικαιοσύνη, δηλαδή η διάκριση. Από το θυμικό, η ανδρεία και από το επιθυμητικό, η σωφροσύνη. Σε κάθε μια δύναμη υπάρχουν δύο παρά φύση πάθη, ανιούσας και κατιούσας αθλιότητας. Στη φρόνηση ανιούσα αθλιότητα είναι το «υπέρ φρονείν», κατιούσα η αφροσύνη. Στη σωφροσύνη άνω είναι η ηλιθιότητα και κάτω η ακολασία. Η ανδρεία άνω έχει τη θρασύτητα και κάτω τη δειλία. Η δικαιοσύνη άνω έχει τη μειονεξία και κάτω την πλεονεξία. Δανειστήκαμε αυτές τις διασαφήσεις από τους Πατέρες, για τους φιλομαθείς που θέλουν να μάθουν πως ο αδύνατος άνθρωπος έχει τόσες πολλές ιδιότητες και επεκτάσεις.

Οι τέσσερεις ενέργειες (φρόνηση, σωφροσύνη, ανδρεία, δικαιοσύνη) ανήκουν στη φύση του «επουρανίου» και οι οκτώ (υπέρ φρονείν, αφροσύνη, ηλιθιότητα, ακολασία, θρασύτητα, δειλία, μειονεξία και πλεονεξία) στη φύση του «χοϊκού» ανθρώπου. Ο αγώνας μας γίνεται, για να μεταβάλουμε τη λειτουργία των παρά φύση χοϊκών ενεργειών, της έλλειψης και υπερβολής, που είναι χαρακτηριστικά του παλαιού ανθρώπου.

Όλα αυτά σημαίνουν, αδελφοί και πατέρες, προσοχή στο νου και τις σκέψεις μας. Εκεί χαράζονται όλα τα σχήματα, νοήματα και προγράμματα του αισθητού και νοητού πολέμου. Ο Κύριος υπενθύμιζε τους μαθητές του: «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Ματ. κς, 41) και τα υπόλοιπα.

Ωφελιμώτερη πράξη, για όσους θέλουν να προκόψουν με τη Χάρη του Θεού, είναι η τέλεια άρνηση των δικών τους θελημάτων και η απομάκρυνση των εξωτερικών πραγμάτων, που γίνονται αίτια και παρασύρουν τους αδύνατους λόγω του νόμου της επιρροής.

Τίποτε άλλο δεν σκοτίζει γενικά το νου όσο η πονηριά. Αυτή γεννιέται από το δικαίωμα, που δεν παραδέχεται ποτέ την πλάνη του και την κατωτερότητά του. Καταφεύγει στην πονηριά για να καλύψει τη γύμνωσή του. Η προσεκτική ανάγνωση φωτίζει και ζωογονεί το νου. Γεννά την προθυμία στη μίμηση άριστων πράξεων και παραδειγμάτων. Μέγιστη και αφανής προκοπή είναι η αυτομεμψία και η εκούσια αποταγή των θελημάτων μας.

Πιστεύω ότι δεν γίνονται φορτικά τα πρακτικώτατα αυτά παραδείγματα της πείρας των Πατέρων, που πολλές φορές προβάλλουμε. Αφανής και βέβαιη απώλεια στους απρόσεκτους είναι η οίηση και η αυταρέσκεια. Ο ολέθριος γογγυσμός προξενεί αποστροφή στη θεία Χάρη και γίνεται αίτιος σκληρής παιδείας. Εύκολα και πρόχειρα αμαρτάνει κάποιος με τη σύγχυση και την πολυλογία.

Γι αυτό συνεχώς σας παρακαλώ. Μην αμελείτε, μη φέρεστε απρόσεκτα στα καθήκοντά σας, γιατί οι πονηροί δαίμονες, που μας πολεμούν, ως πνεύματα κινούνται με μεγάλη ταχύτητα και πονηριά, ερεθίζοντας τα πάθη και τις συνήθειες που υπάρχουν, και προκαλούν αποθάρρυνση, γιατί κάθε «παράβασις και παρακμή» λαμβάνει «ένδικον μισθαποδοσίαν» (Εβρ. β, 2) και στα μεγάλα λάθη και στα μικρά. Όταν ο νους συνεχώς ταράζεται από τα κινήματα της απογοήτευσης, λόγω της ακαταστασίας, μαραίνεται και αδρανεί. Τότε σβήνει ο ζήλος της προθυμίας, ο άνθρωπος αποχαυνώνεται και εύκολα συμβιβάζεται με την ηδυπάθεια και την ήττα. Τα δικά μας πράγματα, δεν είναι πράγματα υλικά και μηδαμινά. Είναι η Χάρη του Θεού, που δεν εκτιμάται ή αξιολογείται ή αντικαθίσταται, όταν περιφρονηθεί και υποχωρήσει.

Ποιος λόγος υπάρχει να είμαστε προδότες; Ποιό είναι το κέρδος της αμέλειάς μας, όταν λυπούμε το Πνεύμα το Αγιο, που θα μας μεταμορφώσει, αναπλάσει και θα μας αξιώσει της υιοθεσίας;

Η επίμονη και προσεκτική προσπάθεια στην τήρηση των καθηκόντων και του τυπικού μας, γεννά τη συνήθεια. Αυτή μας απαλλάσσει από τον κόπο και την ακρίβεια, γιατί γίνεται δεύτερη φύση. Οι Πατέρες τρέμουν την απροσεξία, που γίνεται συνήθεια, περισσότερο και από το διάβολο. Αυτόν, όταν τον επιτιμήσεις και σταυροκοπηθείς, φεύγει. Η συνήθεια όμως, ως δεύτερη φύση, επικρατεί, επιμένει και κατατυραννεί. Και η Χάρη όμως, δεν ανταποκρίνεται εύκολα σ αυτούς που πρόδωσαν την πρώτη ευεργεσία της. «Τους άπαξ γευσαμένους καλόν Θεού ρήμα, δυνάμεις του μέλλοντος αιώνος και προδίδοντας την ευεργεσίαν, φοβερά του Θεού κρίσις επιτιμά».

Μη φοβάστε την επίθεση και κρούση του εχθρού μέσω λογισμών η προλήψεων η ακόμα και ερεθισμών. Δεν δημιουργεί ενοχή και ήττα η πάλη, η μάχη και η αντίσταση, αλλά μάλλον αξιομισθία στους μαχόμενους αθλητές. Το «δοκίμιον της πίστεώς» (Ιακ. α, 3) μας στη μάχη αποδεικνύεται, όταν αντιστεκόμαστε στη βία και στον πόλεμο. Ομολογούμε τότε, με το Δαυίδ, «δια τους λόγους των χειλέων σου εγώ εφύλαξα οδούς σκληράς» (Ψαλμ. ις, 4) και «ίδε την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου και άφες πάσας τας αμαρτίας μου» (Ψαλμ. κδ, 18).

Εάν «δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την ζωήν» (Πράξ. ιδ, 22) και «πολλοί αι θλίψεις των δικαίων» (Ψαλμ. λα, 19) τότε αποδεικνύεται ότι η πνευματική ζωή και η μετάνοια, είναι συνυφασμένες με τις θλίψεις.

Ποιό είναι όμως το νόημα των θλίψεων στη ζωή μας;
Πρώτη αιτία των θλίψεων είναι η εξόφληση της πρώτης φιληδονίας των πρωτοπλάστων, από την οποία έγινε η πτώση. Δεύτερη αιτία είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας της διεστραμμένης φύσης, που απόκτησε μόνιμη ροπή στα πονηρά. Η αποκατάσταση, μόνο με αγώνα και αντίσταση στη βία του παράλογου γίνεται. Τρίτη αιτία είναι η πάλη και η βία με σκοπό την απόκτηση της ενάρετης ζωής, που θα φέρει την επιστροφή της Χάρης και την ανάπλαση της θεοείδειας. Τέταρτη αιτία, είναι η μίμηση και αντιγραφή του προτύπου και στην οποία παρακινεί ο σωτήρας μας: «Έσεσθε ουν τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστιν» (Ματ. ε, 48).

Υπάρχει όμως και άλλο χρέος. Λόγω της ευτέλειας και τρεπτότητάς μας, πολλές φορές γινόμαστε παραβάτες των καθηκόντων μας. «Ει γαρ εαυτούς διεκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα. Κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθώμεν» (Α Κσρ. ια, 31, 32). Εκτίουμε την ποινή των παραβάσεων και σφαλμάτων μας στη ζωή αυτή, για να μην παιδευθούμε αιώνια στο μέλλον.

Υπάρχει όμως και το κορύφωμα των θείων κριμάτων του δεσπότη μας. Όσοι έχουν χωρητικότητα και προορίζονται για προαγωγή ή για στηριγμό της Εκκλησίας, αφήνει ο ουράνιος Πατέρας, ως κηδεμόνας, την κάμινο των πειρασμών και των θλίψεων, για να παραδειγματίζονται οι αδύνατοι και ατελείς. «Ολολυξάτω πίτυς διότι πέπτωκεν κέδρος» (Ζαχαρ. ια, 2).

Εάν λοιπόν είναι «πολλαί αί θλίψεις των δικαίων» (Ψαλμ. λα, 19), είναι παράλογες οι μάστιγες των ραθύμων και αμελών; Η πραγματική ήττα και πτώση του εχθρού, στην εναντίον μας πάλη, είναι η καρτερία και υπσμονή στις θλίψεις. Αποδεικνύεται ο τέλειος χαρακτήρας του μαθητή, ή καλύτερα του υιού προς τον Πατέρα, αφού μόνος του ομολογεί ότι «υμείς εστε οι διαμεμενηκότες μετ εμού εν τοις πειρασμοίς μου» (Λσύκ. ι, 22) και «ο υπομείνας εις τέλος» (Ματ. ι, 22) αυτός είναι ο κληρονόμος.

Και στην αγάπη σας υπενθυυμίζουμε, αδελφοί και πατέρες, ότι απαραίτητο μέσο και στοιχείο για την ακινδύνη διάβαση αυτού του ωκεανού της χωρίς όριο φιλοπονίας, είναι, κατά τους Πατέρες μας, η διατήρηση της πίστης σε κάθε τόπο, τρόπο και πράγμα. Μόνο η πίστη είναι το κλειδί, που ανοίγει το θησαυροφυλάκιο της Χάρης για βοήθεια. Και αυτή προκαλείται με την προσευχή. Εάν «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. Θ, 23) και «κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν» (Ματ. θ, 29), τότε που αλλού ελπίζουμε να βρούμε συμμάχους; Εάν «πίστις ως κόκκος σινάπεως» μεταθέτει τα όρη στις θάλασσες, ποιος αποθαρρύνεται πιστεύοντας στην πρόνοια του Κυρίου μας, ο οποίος υπόσχεται αδιάψευστα ότι «μεθ υμών ειμι πάσας τας ημέρας;» (Ματ. κη, 2θ).

Εάν είναι «πάντα δυνατά», όχι στον πράο ή τον ελεήμονα ή το φτωχό ή σε κάποιον άλλο αγωνιζόμενο, αλλά μόνο «τω πιστεύοντι» , τότε ποιά άλλη μέθοδο και πράξη πρέπει να κρατούμε όσοι θέλουμε τη σωτηρία μας; Η πίστη δεν φτάνει μόνο στο ύψος των δικαιωμάτων και αρετών, αλλά κατεβαίνει και στο βάθος της σκοτεινής απόγνωσης και ανεβάζει αυτούς που λιποψύχησαν στη βία των διαβολικών πονηρευμάτων.

Ειδικά στη γενιά μας, λόγω της φτωχής πρόθεσης και αφιλοπονίας, είναι εύκολη η αποθάρρυνση και απογοήτευση. Ο αθλητής τότε, υποχωρεί στη μάχη και παραδίδεται. Μόνο η πίστη κατεβαίνει και ανασύρει το θύμα, γνωρίζοντας την ευσπλαγχνία του πανάγαθου Θεού,. ότι «εγένετο ευδοκία έμπροσθέν του» (Λονκ. ι, 21), να μην απελπιστεί και αποτύχει ένας των «μικρών τούτων».

Γι αυτό με περισσότερη επιμονή, πατέρες και αδελφοί, προκαλώ την αγάπη σας. Μήν αποχωρίζεστε από το ισχυρό αυτό σωσίβιο, άφου κατά φύση είμαστε αδύνατοι και εύκολα ο δράκοντας της απώλειας μας μπερδεύει με την απογοήτευση. Προχωρώντας ως υιοί προς τον Πατέρα ή και πιστοί δούλοι, δεν βαδίζουμε με συναλλαγή η αμοιβή, και κατά συνέπεια πρέπει να υπολογίζουμε άριθμητικά. Βαδίζουμε μόνο με την πίστη. Όλη μας η επίγνωση και διάθεση και προαγωγή προς το Χριστό είναι η παναγάπη του, την οποία μάθαμε και γνωρίσαμε και κατέχουμε με την πίστη προς αυτόν. «Επίστευσε τω Θεώ και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην» (Ρωμ. δ, 3), λέγει η Γραφή. Δεν θα αγοράσουμε τις θείες επαγγελίες, ούτε ο Κύριος τις πουλά και υπάρχει φόβος να μην είναι αρκετά τα δικά μας χρήματα για την αγορά.

Με την αίσθηση της ανεπάρκειάς μας και της ατελούς μας διαγωγής, ικετεύουμε την αγαθότητά του να μας βοηθήσει, για να αποδείξουμε την πίστη και υποταγή μας προς αυτόν. Στο διάβολο όμως, δεν επιτρέπουμε να κάνει το δικηγόρο. Στο Θεό φταίξαμε, στο Θεό απολογούμαστε και όχι στον πονηρό απατεώνα, που παριστάνει τον αναμάρτητο δικαστή.

Ελπίζοντας στους θείους οικτιρμούς και στο ότι ο Κύριος, πριν ακόμη γεννηθουμε, μας προόρισε για τη βασιλεία του, πιστεύουμε ότι,θα μας ενισχύσει, όπως τα αναρίθμητα πλήθη των προγόνων μας. Παρέτεινα λίγο τη θεωρία για την πίστη, ως του πλέον απαραίτητου μέσου για θάρρος και υπομονή. Εύχομαι, ο Κύριός μας, να μας καταξιώσει «υπέρ εκ περισσού» με τη φιλανθρωπία του. Αμήν.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC