Αρχική > News > Η άλωση δεν είναι οριστική (Ν. Λυγερός) - Θρύλοι, παραδόσεις και τραγούδια για την άλωση - Το χτίσιμο της Αγια-Σοφιάς [Θρακικός θρύλος]

Η άλωση δεν είναι οριστική (Ν. Λυγερός) - Θρύλοι, παραδόσεις και τραγούδια για την άλωση - Το χτίσιμο της Αγια-Σοφιάς [Θρακικός θρύλος]

Ένας νεοελληνικός θρύλος από τη Θράκη μας πληροφορεί για το πως χτίσθηκε η Αγια Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό μετά το 530 π.Χ.
Αυτή λοιπόν, η σχετική παράδοση από τη Θράκη μας περιγράφει και μας εξηγεί ότι το σχέδιο, για να κτισθεί η Αγια Σοφιά, έγινε γνωστό με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που μάθαμε από την ιστορία. Αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα την παράδοση, γιατί δεν είναι γνωστή από άλλους τόπους παρά σχεδόν μόνο από τη Θράκη. Τη διηγιόντουσαν στη Βιζύη της Θράκης κατά τον περασμένο αιώνα, και εκεί, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την έμαθε μικρό παιδί ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός. Και σώζοντάς την από την λησμονιά και τον βέβαιο αφανισμό την περιέγραψε έμμετρα το 1884 μέσα στην ποιητική συλλογή του «Ατθίδες αύραι». Ας δούμε λοιπόν αυτόν τον ίδιο το θρακικό θρύλο.

«Ήταν ο καιρός που ο βασιλιάς στην Πόλη είχε αποφασίσει να χτίσει την Αγια Σοφιά. Είχε καλέσει τον πρωτομάστορα, και ο τελευταίος είχε κάμει ένα, και ύστερα άλλο, και ύστερα άλλα σχέδια, πως να χτιστή η μεγάλη εκκλησιά. Κανένα όμως δεν ευχαριστούσε το βασιλιά. Ήθελε κάτι άλλο, πολύ πιο σπουδαίο. Και ο πρωτομάστορας όλο και σκεφτόταν τι νέο σχέδιο να φτιάσει. Μια Κυριακή, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο βασιλιάς να πάρη το αντίδωρο, εκείνο όμως του ξεφεύγει από το χέρι και πέφτει χάμω. Μια στιγμή αργότερα παρουσιάζεται μιά μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο, κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του βασιλιά. Βγάνει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς, όσοι έχουνε μελίσσια να τ’ ανοίξουνε και να ψάξουν, για να βρεθή.
Ψάχνει και ο πρωτομάστορας στα δικά του τα μελίσσια και τι βλέπει; Είχανε κάτσει οι μέλισσες μέρες πριν και είχανε φτιάξει με το κερί μέσα στην κυψέλη μιαν εκκλησιά πανέμορφη και σκαλιστή και μεγαλόπρεπη, που δεν είχε την όμοια της σ’ ολόκληρη την Οικουμένη. Όλες οι λεπτομέρειες είχανε γίνει στην εντέλεια, μέσα κι’ έξω στην εκκλησία. Η πόρτα της ανοιχτή, ο τρούλος έτοιμος, οι κολώνες στη θέση τους, ως και η Άγια Τράπεζα τελειωμένη. Την είχαν αποτελειώσει σ’ όλα της την εκκλησιά, και απάνω στην Άγια Τράπεζα της είχε φέρει εκείνη η μέλισσα και είχε αποθέσει το αντίδωρο του βασιλιά. Είδε την εκκλησιά ο πρωτομάστορας και θάμαξε με το τέλειο σχέδιό της. Την είδε κατόπι και ο βασιλιάς και έγινε όλος χαρά. Το σχέδιο, που είχανε φτιάξει οι μέλισσες, έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγια Σοφιά!!!».

Κ. Ρωμαίος, ΕΛΛΑΣ, λαογραφία-γεωγραφία-ιστορία, τομ. 2ος, σελ. 653.
Διαδικτυακή πηγή: http://ellinwnparadosi.blogspot.com/2011/05/blog-post_28.html


Το χτίσιμο της Αγια Σοφιάς (απόδοση κειμένου από την καθαρεύουσα)
Οι θρύλοι οι οποίοι πτερουγίζουν γύρω από την Αγία Σοφία φανερώνουν την κατάπληξη που είχε αισθανθεί ο Βυζαντινός λαός όταν είδε τελειωμένο τέτοιο έργο. Το απέδιδε στην επέμβαση υπερφυσικών δυνάμεων.
Διηγείται η λαϊκή παράδοση ότι στον Ιουστινιανό εμφανίστηκε ένας άγνωστος και τον συμβούλευσε να μη φοβηθεί την δαπάνη (τα έξοδα).
Είχε αρχίσει τότε να χτίζεται ο περίφημος θόλος. Ο αυτοκράτορας έβλεπε ότι οι δαπάνες υπερβαίνουν τους υπολογισμούς του, ενώ εξ άλλου το κράτος χρειαζόταν πόρους (έσοδα) για να καλύψει τις άλλες του ανάγκες. Ο άγνωστος εμφανίστηκε στον Αυτοκράτορα και του υποσχέθηκε να βρει αυτός τα χρήματα. Ζήτησε μόνο να τον συνοδεύσει ένας από τους ανθρώπους του Παλατιού.
Ο Αυτοκράτορας δεν έδωσε προσοχή. Αλλά την επόμενη ο άγνωστος πάλι του παρουσιάστηκε και ζήτησε μεταφορικά για να φέρει στον Αυτοκράτορα μεγάλα βάρη χρυσού. Η υπηρεσία των Ανακτόρων τέθηκε τέλος πάντων στην διάθεσή του.
Ο μυστηριώδης άνθρωπος παρέλαβε 20 άλογα με τους ανθρώπους του Αυτοκράτορα, οδήγησε την συνοδεία έξω από την Κωνσταντινούπολη και την έφερε σε ένα παράδοξο Παλάτι, κατάφορτο (γεμάτο) από χρυσάφι, το οποίο υψωνόταν σε σωρούς μέσα στις αίθουσές του.
Βυθίζοντας εκεί το φτυάρι του ο άγνωστος φόρτωσε τα είκοσι άλογα με χρυσάφι και τα έστειλε στον Αυτοκράτορα ενώ είπε στους αυλικούς ότι είναι αναγκασμένος να μείνει λίγο πίσω για να κλείσει τις πόρτες του σπιτιού. Όταν ο Αυτοκράτορας παρέλαβε τον θησαυρό, έστειλε αμέσως τους ανθρώπους του να τον βρουν και να τον φέρουν.
Πήγαν στο ίδιο μέρος, αντί όμως για το Παλάτι και τον άνθρωπο δεν είδαν παρά μόνο την Έρημο.
Με τέτοιο τρόπο εκφράζει η παράδοση την δόξα του Αυτοκράτορα, ο οποίος με αδάμαστη πίστη έφερε το έργο εις πέρας (το τελείωσε), και του τολμηρού αρχιτέκτονα που το συνέλαβε (το σκέφτηκε) και το εκτέλεσε.

Χάρης Ημερινός
Βιβλιογραφία: Νεοελληνικά Αναγνώσματα Α' Γυμνασίου, Αθήνα 1931


Μύθοι και θρύλοι από την Άλωση της Πόλης
Παραδοσιακοί και θαυμαστοί θρύλοι, αναπτύχθηκαν γύρω από την άλωση της Πόλης, για να θρέψουν τις ελπίδες και το θάρρος του έθνους επί αιώνες. “Πάλι με χρόνους και καιρούς”…
Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Πόντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Τότε πήγε ένα παλλικάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο: “Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία”.
Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε.
“Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι”.
Πάρθεν η Ρωμανία
Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην
ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί’ τον κάστρον.
Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
«Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!»
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται, -
Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ‘πάρθεν. –
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

Δημοτικό τραγούδι του Πόντου

Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη
της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης,
της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης,
έχασε μάνα το παιδί και το παιδίν τη μάναν,
και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα,
δεμένα από το σφόνδυλα όλα αλυσοδεμένα
δεμένα από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν.
με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας·
να πάτε όλοι κατ’ εχθρών, κατά των Μουσουλμάνων,
και δεύτε εις εκδίκησιν, τρέχετε μη σταθήτε,
τον Μαχουμέτην σφάξετε, μηδέν αναμελείτε,
την πίστιν των την σκυλικήν να την λακτοπατήτε.
ω, Κωνσταντίνε Δράγαζη, κακήν τύχην οπού ‘χες,
και τι να λέγω, ουκ ημπορώ, και τι να γράφω ουκ οίδα,
σκοτίζει μου το λογισμόν ο χαλασμός της πόλης.

Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς.
Ο λαοφιλέστερος θρύλος έχει να κάνει με το τελευταίο αυτοκράτορα που μαρμάρωσε μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση πέρασε από στόμα σε στόμα αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.
Όταν η Πόλη πέρασε στα χέρια των Τούρκων, ο λαός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο κτίσμα έχει περιέλθει σε μουσουλμανικά χέρια. Διέδωσαν λοιπόν ότι ο βασιλιάς κρύφτηκε πίσω από μία κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στους διαδρόμους και παρέμεινε κρυμμένος εκεί. Οι ώρες αναμονής τον “μαρμάρωσαν”. Είναι γεγονός ότι κανείς δεν βρήκε το πτώμα του τελευταίου υπερασπιστή, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Χάθηκε και πίστεψαν ότι Άγγελος Κυρίου το έκρυψε και το μαρμάρωσε. Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα του δώσει δύναμη και ζωή ξανά και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή. Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη.

Άλλος θρύλος για τον μαρμαρωμένο βασιλιά
Τα τελευταία χρόνια μαθαίνω όλο και περισσότερα νέα και για τον μαρμαρωμένο βασιλιά. Πολλοί νομίζουν ότι λέγοντας “μαρμαρωμένος” εννοούμε τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κων/νο Παλαιολόγο. Όμως η προφητεία μιλάει ξεκάθαρα για τον Ιωάννη και όχι για τον Κων/νο, που σύμφωνα με τον Φραντζή, σκοτώθηκε μαχόμενος των Τούρκων στην αποφράδα μέρα της πόλης και το πτώμα του αναγνωρίστηκε από της χρυσές περικνημίδες του με τους δικέφαλους αετούς.
Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς λοιπόν είναι ο Ιωάννης Βατάτζης, ο οποίος είναι πράγματι μαρμαρωμένος σε σημείο κρυφό από τα μάτια των Τούρκων, και φυλάσσεται από ένα μυστικό τάγμα Ελλήνων εξισλαμισθέντων Κρυπτοχριστιανών, σε κάποιο σημείο της Τουρκίας. Δεν θέλω να γράψω περισσότερα για τον τόπο που βρίσκεται ο βασιλιάς γιατί πιστεύω πως δεν έχει φτάσει ακόμη ο καιρός που θα γίνει γνωστό. Να αναφέρω όμως το σώμα του Ιωάννη είναι σε κατάσταση στάσης, κάτι που θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε με την χειμερία νάρκη που πέφτουν τον χειμώνα οι αρκούδες. Είναι ζωντανός αλλά με αδρανοποιημένες όλες τις σωματικές του λειτουργίες, ξαπλωμένος και κρατά στο χέρι του μία βυζαντινή ρομφαία.
Η ρομφαία είναι μέσα στο θηκάρι της, αλλά κάθε χρόνο το χέρι του Ιωάννη τραβά μέρος του ξίφους έξω. Όταν το ξίφος αποχωριστεί της θήκης του τότε θα ΄ρθεί η ώρα που προφήτευαν οι άγιοι για την επιστροφή της πόλης στους Έλληνες.
Μία τελευταία πληροφορία είναι ότι η ρομφαία είναι σχεδόν έξω από την θήκη της και λίγος είναι ο καιρός που μένει για να αποχωριστεί πλήρως από αυτή. Όλα τα γεγονότα αυτό δείχνουν. Ο πόλεμος της Τουρκίας με την Ρωσία πλησιάζει όλο και πιό κοντά μας. Η καταστροφή της Τουρκίας είναι κάτι που είχε προφητευθεί αιώνες πριν αλλά μόλις τα τελευταία χρόνια φάνηκαν οι ρωγμές της. Η κατάρρευση της σε οικονομικό επίπεδο είναι γεγονός, μιλώντας με αριθμούς, με μόνη σωτηρία της τα πετρέλαια του Αιγαίου. Οι κραυγές πολέμου πλήθυναν και οι προκλήσεις της εντάθηκαν απέναντι σε όλες της γειτονικές της χώρες. Όλοι μιλούν για επερχόμενο θερμό επεισόδιο αλλά και για την εμπλοκή τρίτων χωρών με μεγάλα συμφέροντα στην περιοχή μας. Αυτά όμως τα προφήτευσαν πολλά χρόνια πριν και είμαι σίγουρος ότι θα εκπληρωθούν όπως τόσα άλλα που πολύ εύστοχα προείπαν οι άγιοι μας. Αν σας φαίνονται περίεργα όλα αυτά που ανέφερα, να σας πω ότι θαύματα γίνονται ακόμη στις μέρες μας. Αρκεί να πιστέψεις. Και στις δύσκολες στιγμές που περνά ο Έλληνας στις μέρες μας, μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Ο καιρός γαρ εγγύς και είδομεν τι μέλλει γεννέσθαι.

Ιωάννης Καρυοφυλάκης - alitoteam

Ο παπάς της Αγίας Σοφίας
Ένας άλλος θρύλος ιδιαίτερα αγαπητός είναι ο θρύλος του παπά της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση λέει ότι την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στην εκκλησία, ο παπάς διέκοψε τη λειτουργία και κρύφτηκε πίσω από το ιερό. Σε εκείνο το σημείο που κρύφτηκε ενώ υπήρχε μία πόρτα, “ως δια μαγείας” η πόρτα έγινε τοίχος τον οποίο κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να σπάσει από τότε. Ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Έλληνες μάστορες τους οποίους έφερναν για αυτό το σκοπό δεν μπόρεσαν να γκρεμίσουν τον τοίχο. Ο θρύλος καταλήγει ότι όταν η Αγία Σοφία ξαναγίνει ελληνική εκκλησία, τότε ο παπάς θα βγει από το ιερό και θα ολοκληρώσει την ημιτελή λειτουργία του.
Το δισκοπότηρο της Αγια-Σοφιάς
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό
μες στην Εκκλησιά την τρισυπόστατη,
ήταν το χρυσό και τ’ αργυρό
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο.
Ήταν μια φορά κι ένα καιρό, μια φορά κι έναν καιρό.

Κι όταν λειτουργούσε ο παπάς
τη στιγμή που μόνος επροσκόμιζε
κάποιος του το πήρε – που το πας
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο;
Στράφηκε και ρώτησε ο παπάς, ναι που το πας;

Που το πας μ’ ολάνοιχτα φτερά,
μόνο ο βασιλιάς μας εκοινώνησε
κοίταξε τι πλήθος καρτερά
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο.
Που το πας μ’ ολάνοιχτα φτερά, ναι μ’ ολάνοιχτα φτερά;

Έτσι με τη Θεία Κοινωνιά
θα το κρύψω μέσα στον Παράδεισο
και στην πιο κρινόσπαρτη γωνιά
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο.
Έτσι με τη Θεία Κοινωνιά, με τη Θεία Κοινωνιά;

Θα μεταλαβαίνουν οι ψυχές
των μαρτύρων που ‘χυσαν το αίμα τους
και θα ακούει ανήκουστες ευχές
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο
από των μαρτύρων τις ψυχές, των μαρτύρων τις ψυχές;

Ώσπου να’ ρθει η ώρα κι η στιγμή
που ‘θε ν’ ακουστούν ευχές ανήκουστες
θα το ξαναφέρω με τιμή
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο.
Ώσπου να’ ρθει η ώρα κι η στιγμή, να ‘ρθει η ώρα κι η στιγμή;
Πηγή: εκδόσεις ''Χρυσοπηγή''

Τα δισκοπότηρα της Αγια Σοφιάς
(το κείμενο διατηρεί την ορθογραφία του πρωτότυπου, εκτός από τους τόνους)
Την ώρα που ακούγονται έξω από την Αγία Σοφία φωνές "οι Τούρκοι! οι Τούρκοι!", ο πρωτόπαπας βγαίνει από την στοά της εξομολογήσεως. Αποβραδίς κοινώνησε τον Αυτοκράτορα κι ως το πρωί εξωμολογούσε. Όπως βγήκε ψηλός, ηλιοκαμένος, μ' άσπρα γένεια και φρύδια παχιά, νόμιζες πως ένας άγιος ξεκόλλησε από τον τοίχο. Και για μια στιγμή, όταν είδε το πλήθος γονατιστό να τρέμη, κιτρίνισε σαν το φλουρί, σα να τον χτύπησε βόλι. Κοντοστάθηκε, σφόγγιξε τα δάκρυα και προχώρησε στην εκκλησία.
Ο ναός, ο άμβωνας, ο σολέας και τα περιστύλια ήταν γεμάτα κόσμο. Τα φώτα, οι πολυέλαιοι και οι κανδήλες ήταν αναμμένα.
Για τελευταία φορά έλαμπε στην Ανατολή το μεγαλείο της Χριστιανοσύνης. Έλαμπε η θαυμάσια αρχιτεκτονική του Ανθεμίου και του Ισιδώρου. Έλαμπε ο αφάνταστος πλούτος, που εσκόρπισε ο Ιουστινιανός, για να νικήση τον Σολομώντα. Κι από μακριά έφταναν του τρόμου οι φωνές: "Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!"
Οι πολυέλαιοι από κρύσταλλα ασημοδεμένα, τα πελώρια μανουάλια, σαν γίγαντες φωτοβόλοι, οι ποικιλόχρωμες κολόνες, τα χρυσά μωσαϊκά, όλα έλαμπαν για τελευταία φορά. Και ψηλά οι ελαφρότατες γραμμές, γεμάτες ευγένεια, γεμάτες χάρη, αγκάλιαζαν, σαν σχέδιο ανάερης κολόνας, τον πελώριο τρούλλο. Ω! όπως ήταν ο τρούλλος θαυμάσιος στους γύρους, νόμιζες πως ζητούσε να πλανέψη σ' έναν άλλο κόσμο τους χριστιανούς την ώρα της θυσίας! Ο πρωτόπαπας έκαμε τρεις σταυρούς και μπήκε στο ιερό.
Επάνω στην Αγία Τράπεζα, σα να ήταν κρεμαστός ουράνιος θόλος, το Κιβώτιο. Στήριζε τα τέσσερα χρυσά του πόδια στις τέσσερες γωνίες και απ' εμπρός πρόβαλε ένα ωραίο τόξο. Ένας σταυρός χρύσιζε στην κορυφή του και μέσα από τον θόλο του κατέβαινε άσπρο περιστέρι, η Περιστερά του Αγίου Πνεύματος. Ο πρωτόπαπας βγάζει από τα σπλάχνα της Περιστεράς τα Δισκοπότηρα, τα σκέπασε με μεταξωτό, που λέγεται Αέρας, τα πήρε κι έφυγε. "Μη δότε τα Άγια τοις κυσίν", σκέφτηκε.
Σαν αρχαίο ελληνικό αγγείο, όλο από χρυσάφι, λίγο κοντό, με δυο όμορφα χερούλια και με πλευρές καμπύλες, τέτοιο ήταν το Ιερό Ποτήριον.
Το στόμα του τριγύριζε διπλή γραμμή σε ρυθμό μαιάντρου. Και στην πρόσοψη είχε το Χριστό σε κολυμπήθρα, από παράσταση αρχαία.
Ο ιερός Δίσκος ήταν από χρυσάφι καλοδουλεμένο. Στο κέντρο ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου. Και γύρω πολύτιμα πετράδια.
Ο πρωτόπαπας έρριξε μια ματιά στη θάλασσα, ανασκουμπώθηκε κι έσπρωξε με τέτοια δύναμη το καραβάκι, που γλίστρησε ως τον γιαλό. Μπήκε μέσα, άνοιξε πανί και κράτησε το τιμόνι γραμμή για την βιθυνική παραλία.
Ο αντίλαλος της Πόλης εξακολουθούσε. "Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!..."
Μια τρικυμία σηκώθηκε τρανή.
Το καραβάκι σαν τσόφλιο χοροπηδούσε στα κύματα επάνω. Στην Πόλη φλόγες και καπνοί παντού. Στ' αυτιά ο αέρας έφερνε μια άγρια αντήχηση από τρόμο, από δαρμούς, από παρακάλια, από ξεψυχημό, απο βογγητά θανάτου.
Ω Πόλη, με τα βασιλικά σου, με τους ιπποδρόμους σου, με τις ακαδημίες των τεχνών σου! Χριστιανοσύνη που εδίδαξες στον κόσμο την αλήθεια.
Χιλιόχρονη ιστορία του πολιτισμού που σβήνεις.
Εργάτες του νου που γενήκατε φυγάδες και δούλοι.
Ανθρώπινα έργα, που ζηλέψατε αθανασία και γενήκατε ερείπια.
Μεγαλεία περασμένα.
Άρματα νίκης που περνούσατε την Χρυσόπορτα.
Βασιλείς με τις χρυσές κορώνες.
Γεννήσεις και θάνατοι σβησμένοι για την πρόοδο.
Μνημεία, που μέσα στην καταστροφή εμείνατε χωρίς μορφή, χωρίς όνομα.
Άπειρες μέρες εκμηδενισμένες.
Να! παίρνει τη σκόνη σας ένας ανθρώπινος ανεμοστρόβιλος και την σκορπίζει στους τέσσερες ανέμους!
Η Δύση του ηλίου χρωμάτισε τον ουρανό κόκκινο, σαν αίμα. Σημάδι της φρίκης.
Ο άνεμος εξακολουθούσε να φυσά κι ο ανεμοστρόβιλος σάρωνε την Προποντίδα. Σκοτείνιασε. Το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, την Πόλη. Κι από τη θάλασσα μακριά ανέβαινε αιμοσταγμένος του φεγγαριού ο δίσκος. Κόκκινος, σαν τα μάτια του φονιά.
Ολόρθος στο καράβι ο πρωτόπαπας κάρφωσε στον ουρανό τα μάτια του και είδε - ω φρίκη!- το φονικό φεγγάρι να στέκεται ακίνητο στον τρούλλο της Αγίας Σοφίας. Και είδε να μαυρίζη, να μαυρίζη ο μισός δίσκος.

Αρχαία προφητεία έλεγε:
"Θα είναι πανσέληνος. Έκλειψη θα γίνη. Και η Πόλη θα πέση!"

Ο πρωτόπαπας περιχύθηκε με κρύο ιδρώτα. Έβλεπε μια τον σταυρό στον τρούλλο της Αγίας Σοφίας και μια το μισοφέγγαρο.
Το καραβάκι χοροπηδούσε στα κύματα της θάλασσας. Χίλια κομμάτια έγινε το μικρό πανί του.
Κι ο αέρας βούιζε σα θρήνος στο κατάρτι του.
Ο πρωτόπαπας έβαλε τις τελευταίες του προσπάθειες. Στο στήθος του κρατούσε σφιχτά τα Δισκοπότηρα. Κι ενώ θωρούσε πέρα την
Αγία Σοφία, δε βλέπει το σταυρό. Βλέπει μισοφέγγαρο...

Αμέσως άνοιξαν τα μεσουράνια. Ένα φως γλυκύτατο απλώθηκε.
Άγγελος Κυρίου φάνηκε κι άρπαξε τα Δισκοπότηρα.
Μην ήταν θαύμα; Η θάλασσα άνοιξε στόμια και κατάπιε τον πρωτόπαπα. Γαλήνη! Το τρομερό στοιχείο ησύχασε.
Και σα να ήταν Φώτα κι άγιασε τη θάλασσα σταυρός...

"Θρύλοι της Πόλης", Νικ. Βασιλειάδης
Βιβλιογραφία: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ Γ' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, ΑΘΗΝΑ 1950, επανέκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΟΚΑΘΗ.


Η κρύπτη της Αγίας Σοφίας
Eνα «μυστικό» δωμάτιο στην Aγία Σοφία της Kωνσταντινούπολης αποκαλύπτεται τώρα ως «θυρανοίξια» του κρυφού ιερού όπου είχε καταφύγει στις 29 Mαΐου 1453 ο βυζαντινός ιερέας για να συνεχίσει τη θεία λειτουργία που είχε διακοπεί στον κύριο Nαό της Aγίας Σοφίας. H ανακάλυψη οφείλεται στον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Bιέννης Πολυχρόνης Eνεπεκίδης. Tο ξεχασμένο δωμάτιο εντοπίστηκε όταν η νέα διευθύντρια του Mουσείου της Aγίας Σοφίας Zαλέ Nτεντέογλου ρώτησε αν υπάρχει χώρος που να μην έχει ανοιχτεί και διέταξε να παραβιάσουν την κλειδαριά του συγκεκριμένου χώρου, αφού δεν υπήρχε κλειδί της πόρτας. Aποκαλύφθηκε τότε πως το δωμάτιο που δεν είχε ανοιχτεί από το 1968, υπήρξε εργαστήρι του Γκάσπαρο Φοσάτι (1809 – 1883), ο οποίος ακολουθώντας την εντολή του Σουλτάνου, αναστήλωσε πλήρως το μνημείο στη διάρκεια της περιόδου 1847 – 1849. H έρευνα του καθηγητή Πολυχρόνη Eνεπεκίδη καταδεικνύει ότι ο Φοσάτι είχε απλώς μετατρέψει επιδέξια σε γραφείο του την κρύπτη που του είχαν υποδείξει οι Eλληνες φίλοι του στην Πόλη. H κρύπτη, μία από τις πολλές του μεγάλου ναού, ήταν το κρυφό εκείνο ιερό όπου συνεχίστηκε από τον ιερέα η διακοπείσα ιεροτελεστία, και όταν τελείωσε έκλεισε η πόρτα της κρύπτης και θα άνοιγε, κατά την παράδοση, όταν και πάλι Eλληνες θα ήταν οι ιερείς και το εκκλησίασμα.

Η Αγία Τράπεζα
Η Αγία Τράπεζα ήταν κατασκευασμένη από χρυσό. Από πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα των αυτοκρατόρων, ανάμεσα τους και αυτό του Μ. Κωνσταντίνου. Και λέγεται ότι αυτό γινόταν για να θυμίζουν στους χριστιανούς την προδοσία του Ιούδα. Τα τριάκοντα αργύρια.
Σύμφωνα με την παράδοση πριν ο Μωάμεθ ο Β΄ καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Κων/νος διέταξε να μεταφέρουν την αγία τράπεζα και όλα τα κειμήλια της Αγίας Σοφίας μακριά από την πόλη για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Τρία καράβια Ενετικά λοιπόν ξεκίνησαν από την πόλη γεμάτα με όλα αυτά τα κειμήλια, όπως λέει και ο θρύλος, αλλά το τρίτο από αυτά που μετέφερε την αγία τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά.

Η περιοχή του Μαρμαρά
Από τότε μέχρι σήμερα στο σημείο εκείνο που είναι βυθισμένη η αγία τράπεζα τα νερά της θάλασσας είναι πάντοτε ήρεμα και γαλήνια, ασχέτως με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην γύρω περιοχή. Το φαινόμενο μαρτυρούν και σύγχρονοι Τούρκοι επιστήμονες, που έχουν κάνει κατά καιρούς απόπειρες να ανακαλύψουν που οφείλεται αυτό το περίεργο φαινόμενο, αλλά λόγω της λασπώδους σύστασης του βυθού, επέστησαν άκαρπες.

Στο βιβλίο του Δωροθέου Μονεμβασίας με τίτλο “Βίβλος Χρονική” (1781) διαβάζουμε:
”Οι Ενετοί την υπερθαύμαστον και εξάκουστον Αγίαν Τράπεζαν της Αγίας Σοφίας, την πολύτιμον και ωραιότατην, έβγαλαν από τον Ναό και έβαλαν εις το καράβι, και καθώς έκαναν άρμενα και επήγαιναν προς Βενετία, ω, του θαύματος! Πλησίον της νήσου του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και έπεσεν εις την θάλασσαν η Αγία Τράπεζα κξαι εβούλησε και είναι εκεί ως σήμερον, και τούτο είναι φανερόν και το μαρτυρούν οι πάντες, διότι όλον το μέρος εκείνο, όταν κάμνει φουρτούνα, η θάλασσα όλη κάμνει κύματα φοβερά, εις δε τον τόπο όπου είναι η Αγία Τράπεζα είναι γαλήνη και δεν ταράσσεται η θάλασσα. Και υπαγαίνουν τινές εκεί με περάματα, και λαμβάνουν από την θάλασσαν εκείνην, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, και μυρίζει θαυμασιώματα μυρωδίαν, από το άγιον μύρον όπου έχει και των άλλων αρωμάτων".

Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει για το περιστατικό: “ Την ημέρα που πάρθηκεν η Πόλη έβαλαν σ’ ένα καράβι την Αγία Τράπεζα, να την πάνε στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως στην θάλασσα του Μαρμαρά, άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.”
Τρία καρά – κρουσταλλένια μου, τρία καρά – τρία καράβια φεύγουνι,
που μέσα που την Πόλι, κλαίει καρδιά μας, κλαίει κι αναστενάζει.
το’ να φορτώνει του Σταυρό, κι τ’ άλλο του Βαγγέλιου
του τρίτου του καλύτερου, την Άγια Τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά, κι μας τη μαγαρίσουν
Η Παναγιά αναστέναξι, κι δάκρυσαν οι ‘κόνις………
Η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας αναπαύεται στο βυθό της θάλασσας, πάνω στην άμμο και στα κοχύλια. Το σημείο όπου βούλιαξε το καράβι το ξέρουν καλά οι ναυτικοί και εύκολα το βρίσκουν. Πραγματικά, ακόμα κι όταν η πιο άγρια τρικυμία, φουσκώνει ολόγυρα τα κύματα και κάνει τη θάλασσα να μουγκρίζει, εκεί είναι γαλήνη και ησυχία.
Από τη λεία και λαμπρή επιφάνεια του νερού ανεβαίνουν γλυκές ευωδιές και αντίλαλος από αγγελικές ψαλμωδίες. Πολλοί άξιοι δύτες που μαζεύουν κοράλλια ή ψαρεύουν σφουγγάρια, προσπάθησαν να κατέβουν και να δουν το ναυαγισμένο καράβι.
Κανείς δεν τα κατάφερε. Η θάλασσα, πολύ βαθιά σ αυτό το μέρος, φυλάει την Αγία Τράπεζα και τα λείψανα των Αγίων από κάθε βέβηλο μάτι.
Όταν όμως θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η Αγία Τράπεζα, που μένει στην άμμο του βυθού, θ ανέβει στην επιφάνεια όπως ανεβαίνει ο δύτης. Θ αρμενίσει μόνη της κατά το Βυζάντιο και θα την πάρουμε από κει που θ αράξει. Θα την ξαναφέρουμε στην Αγία Σοφία και με χαρούμενους ύμνους, θα την αφιερώσουμε πάλι στη Σοφία του Θεού.
Τότε, μέσα στη Βασιλική που έχτισε ο μεγάλος Ιουστινιανός, θα λάμψουν πάλι τα μωσαϊκά, οι εικόνες των Αγίων, τα λόγια του Ευαγγελίου, και ο σταυρός θα ξαναφανεί πάνω από το μαρμάρινο τραπέζι που ξέπλυναν τα κύματα.

Το ποτάμι που σταμάτησε να κυλάει
Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μια αντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι. Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμιού σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος…

Τα ψάρια του καλόγερου
Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμά τους.

Ο Πύργος της Βασιλοπούλας
Στα κάστρα του Διδυμότειχου ένας κυκλικός πύργος, ο ψηλότερος ονομάζεται “πύργος της βασιλοπούλας”. Η παράδοση λέει πως κάποτε ο βασιλιάς διασκέδαζε κυνηγώντας και στη θέση του άφησε την κόρη του. Όταν τον ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Τούρκοι είχε τόση εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του κάστρου ώστε είπε: “αν σηκωθεί από τη χύτρα ο κόκορας και λαλήσει, θα πιστέψω ότι κυριεύτηκε η πόλη.”. Οι Τούρκοι όμως χρησιμοποίησαν δόλο και έδειξαν το χρυσοκέντητο μαντήλι του βασιλιά στην κόρη του. Αυτή μόλις το είδε, τους παρέδωσε το κλειδί του κάστρου κι έγινε αιτία της άλωσης. Όταν κατάλαβε πως την ξεγέλασαν, δεν άντεξε την ντροπή και αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον πύργο. Από τότε ο πύργος λέγεται της βασιλοπούλας.

Οι κρητικοί πολεμιστές
Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί, που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της Πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και οι Τούρκοι παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρότασή του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος, μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.

Αποσπάσματα από το ιστολόγιο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ

῾Η χαραυγὴ τοῦ Γένους μας ἐκεῖ θ’ ἀνατείλη...
-Εἴμαστε ἄντρες έμεῖς ό,τι καὶ νὰ πῆς εἴμαστε ἄντρες! εἶπε ὁ ὑποναύκληρος καθισμένος ἀνάμεσα στὸ πλήρωμα. Ἕλληνας! σοῦ λέει ὁ ἄλλος˙ δὲν εἶναι παῖξε - γέλασε. ῎Εχουμε τὰ κακά μας - δὲ λέω˙ πήραμε δρόμο στραβό, σὰν τὸ κακοκυβερνημένο πλεούμενο, μὰ δὲν εἴμαστε καὶ γιὰ πέταμα. Καὶ νὰ εἵμαστε γιὰ πέταμα, πάλι δὲ θὰ χαθοῦμε. Θέλουμε δέ θέλουμε, θὰ ζήσουμε. Θὰ ζήσουμε καὶ θὰ θεριέψουμε καί θὰ δοξαστοῦμε, ὅπως καὶ πρῶτα. Τὸ σιδερόξυλο, σιδερόξυλο εἶναι, ὅσο κι ἂν τὸ κουτσουρέψης˙ ὅσο κι ἂν τοῦ μαδήσης τὴν κορυφή, ἄν τοῦ ζεματίσης τὰ φύλλα, ἄν τοῦ πριονίσης τὰ κλαδιά. ῾Ο λέοντας, λέοντας λέγεται, ὅσο κι ἂν τοῦ ψαλιδίσης τὴ χαίτη, ἂν τοῦ κόψης τὴν οὐρά, ἂν τοῦ βγάλης τὰ νύχια, ἄν τοῦ ξεριζώσης τὰ δόντια. Φτάνει τὸ βρούχημά του νὰ σὲ πάη ριπιτί*. Τὸ ἕχει τὸ σκαρί μας, ναί· τὸ θέλ’ ἡ τύχη μας νὰ εἴμαστε πάντα μεγάλοι. Ὅπου κι ἂν γυρίσης, σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες, σὲ νότο καὶ βοριά, σ’ ἀνατολὴ καὶ δύση θὰ τὸ δῆς γραμμένο. Καὶ γραμμένο ὄχι μὲ ἀνθρώπινο κοντύλι, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο χέρι, τὸ παντοδύναμο χέρι τοῦ Δημιουργοῦ. Εἴμαστε ἄντρες, σοῦ λέω!
Νά, κοίταξε στὴν ᾽Ανατολή. ᾽Εκεῖ βγαίνει ὁ ἥλιος, ἥλιος λαμπρὸς καὶ ἀβασίλευτος - ὁ ἥλιος τοῦ Γένους μας. ῞Οποιος δὲν ἕχει μάτια, ἐκεῖνος δὲ βλέπει τὴ χαραυγή˙ ἐθνικὴ χαραυγή, πόθος καὶ καημὸς αἰ-ώνων ὅλων, ὄχι κουραφέξαλα.
Κοίταξε γύρω μας: Θάλασσα φουρτουνιασμένη, οὐρανὸς κατα-σκότεινος, στεριὲς σκουντουφλιασμένες, φορτωμένες δάκρυα καὶ φαρ-μάκι. Θεριὰ τὰ κύματα χτυπᾶνε τὸ καράβι μας. Λύσσα καὶ χολὴ μᾶς πολεμᾶ. Τὸ νερὸ δέρνει τὴ στεριά, τὴν τρώει, τὴν ξεσχίζει, τὴν πε-τσοκόβει ἅπονα, ὅσο νὰ κάμη τὰ πάντα θάλασσα καὶ ν’ ἁπλωθῆ ἀχόρταγος ρούφουλας στὸν παράνομο κόσμο.
Μὰ γύρισε κατὰ τὴν ῾Ηρακλειά. Καιρὸς διαμάντι· νερὸ τρισάγιο. Τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ ἔπεσε. ῎Εχεις ἀρρώστια; πήγαινε νὰ γιατρευτῆς. ῎Εχεις πονόματο; ἄλειψε τὰ ματόφυλλά σου ν’ ἀγναντέψης κόσμους. Εἶσαι κουφός; θ’ ἀκούσης ἁρμονίες.
Βερέμης εἶσαι; Διγενὴς έγινες. ῾Η κολυμπήθρα τοῦ Σιλωὰμ ἐκεῖ βρίσκεται γιὰ μᾶς. Κολυμπήθρα σωματική, κολυμπήθρα ψυχική, ἐθνικὴ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα. Εἶναι ἡ ῞Αγια Τράπεζα τῆς ῾Αγια - Σοφιᾶς, τὸ προσκυνητάρι τοῦ Γένους μας.
Τὴν ἄπαρτη Πόλη μας ξένου πόδι τὴν πάτησε ποδάρι Βενετσάνου. ῾Ο τυφλὸς Δάνδολος μάρανε τὰ ρόδα τοῦ προσώπου της˙ ρούφηξε τὸ τρισάγιο αἶμα της. ᾽Εννιακοσίων χρόνων ἔνδοξη ζωὴ τὴν ἔσβησε. ῾Ο Λάσκαρης, φαρμακωμένης ὣρας βασιλιάς, φεύγει μακριὰ συνεπαίρνοντας τοῦ Γένους τὴν ἐλπίδα, πὼς θὰ γυρίση πάλι μιὰ μέρα θεριεμένος ἐκδικητής. Καὶ ὁ καταχτητής, Φράγκοι καὶ Βενετσάνοι καὶ Γερμανοὶ ἀδέσποτοι, σὰν τὸ ἁψὺ πουλάρι, ποὺ τσαλαπατεῖ μὲ τὰ πέταλά του τ’ ἁβρὰ λούλουδα, χύνονται ἀπάνω της ἀχόρταγοι. Μέ τὸ σταυρό τους συντρίβουν τὸ σταυρό μας· μὲ τὴ θρησκεία τους πελεκοῦν τὴ θρησκεία μας. Γκρεμίζουν ἐκκλησιές, ποδοπατοῦν καλλιτεχνήματα, μολύνουν ἁγιάσματα, ἀποτεφρώνουν πνευματικὰ ἀριστουργήματα. Καὶ σφάζουν γέροντες, πατοῦν ἀρχόντων μέγαρα, ξαπλώνονται σὲ βασιλικὰ κλινάρια˙ νεκροὺς γυμνώνουν ἔνδοξους, ποδοκυλοῦνε στέμματα θαυμαστά. Στενάζει ἡ Βασιλεύουσα˙ μοιρολογᾶ ἡ Σιών μας! Καὶ ὁ Δάνδολος, γιὸς κουρσάρων, δὲ λησμονεῖ τὴν τέχνη τῶν πατέρων του. Κουρσεύει καὶ θέλει μὲ ξένα καὶ ἀταίριαστα στολίδια νὰ στολίση τὴ λιμνογέννητη πατρίδα του.
Γαλέρες φεύγουν καὶ γαλέρες ἔρχονται, Παίρνουν τὸν πλοῦτο μας τὸν ἀδαπάνητο, τὴ δόξα μας τὴν ἀβασίλευτη, τὴ λάμψη, τὴ σοφία, τὰ ἱερά μας. ῾Η Βενετιὰ τὰ δέχεται περίχαρη, στολίζεται καὶ καμαρώνει σὰν ξιπασμένη καὶ ἄμυαλη τσὶγγάνα. Ζώνεται τὸ σπαθὶ τοῦ Κωνσταντίνου μας τὸ βλογημένο, ποὺ ἔχει στὸ θηκάρι του τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ ἄστρα, τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβὶα, τὴ γῆ μὲ τὰ κάστρα της - ἱστορία χρυσόγλυπτη τοῦ ἀπέραντου Κράτους μας. Παίρνει τὴν κολυμπήθρα, ποὺ τόσοι βαφτιστῆκαν πορφυρογέννητοι, καὶ βαφτίζει μέσα τῶν ἐμπόρων τὰ παιδιά. Μὲ τὶς χρυσόπορτες τοῦ ναοῦ μας στολίζει τὸν ῞Αγιο Πέτρο της˙ στήνει στοὺς πύργους της τὸ Ρολόγι, θαῦμα τοῦ κόσμου, μὲ τοὺς Μάγους ποὺ χαιρετοῦν ταπεινοὶ τοῦ Χριστοῦ μας τὴ Γέννηση στήνει στὶς πλατεῖες της τ’ ἄλογα τ’ ἀνεμοπόδαρα, ἀκράτητου λαοῦ συμβολικὴ παράσταση. Γαλέρες φεύγουν καὶ γαλέρες ἔρχονται. Παίρνουν τὰ πλούτη μας, τὴ δόξα, τὰ ἱερά μας. ᾽Αλλοῦ τὰ πᾶνε, στὴ Δύση τὴν τρισβάρβαρη, νὰ ἡμερέψουν κι ἐκείνους τοὺς λαούς, νὰ δοξάσουν κι ἐκείνης τὰ χώματα.
῾Η ῾Αγιοτράπεζα ὅμως δὲν ἀκολουθεῖ. ῾Η πλάκα ἡ πολύτιμη, ποὺ τὴν ἔστησε ὁ ᾽Ιουστινιανὸς στὴ μέση τοῦ Ναοῦ, λαμπρὸ ζαφείρι στὴ χρυσὴ σφεντόνα του· ἡ πλάκα ποὺ ἄκουσε τόσα Νικητήρια καὶ θυσίασε ἐπάνω της ὁ Φώτιος, δὲν πάει νὰ κλειστῆ σκλάβα στὰ δολερὰ τείχη, στ’ ἁρπαχτικὰ χέρια τοῦ ᾽Ιννοκέντιου. ῎Οχι· δὲν πάει. ῎Ανοιξε ἡ καρίνα στὰ δυὸ καὶ γλίστρησε ἡ ῾Αγιατράπεζα στὰ νερὰ τοῦ Μαρμαρᾶ. ῾Ο βοῦρκος ἔφυγε ἀπὸ κοντά της, ὅπως φεύγει ἡ ἁμαρτία τὸ Σταυρό, καὶ ὁ χρυσὸς ἄμμος στρώθηκε, κλίνη πάναγνη ἀπὸ κάτω της. Καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ μάτι, τοῦ δικαιοκρίτη καὶ παντοδύναμου, στάθηκε ἐπάνω της ἄγρυπνο, ὅπως μάνας μάτι στὴν κούνια τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ της.
Καὶ ἀπὸ τότε εἶναι ἐκεῖ καιρὸς διαμάντι, ἥλιος κατάργυρος, νερὸ τρισάγιο. Μύρο ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ βυθὸ καὶ ἁπλώνεται στὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας καὶ κάθεται χρίσμα σωματικό, χρίσμα ψυχικό, ἐθνικὸ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα! ῞Οπως ἀπὸ τὸ Δισκοπότηρο βγαίνει ἡ σωτηρία τοῦ χρὶστιανοῦ, θὰ ἔβγη ἀπὸ κεῖ καὶ ἡ δική μας ἀπολύτρωση. ῾Η χαραυγὴ τοῦ Γένους μας ἐκεῖ θ’ ἀνατείλη˙ ναί, ἐκεῖ θ’ ἀνανείλη. Προβαίνει ὁλοένα ἡ ῾Αγιατράπεζα καὶ βούλεταὶ νὰ πιάση τὴ στεριά. ᾽Αργὰ ἢ γρήγορα θὰ τὴν πιάση τὴ στεριά. Καὶ τότε σ’ ὅλη τὴν ἑλληνικὴ γῆ ἀπὸ ἄκρη σ’ ἄκρη, ἀπὸ νότο καὶ βοριά, χαρούμενος ὁ ἥλιος θὰ πυρώση τοὺς δούλους, καμπάνα θὰ σημάνη σὲ κάθε μιναρὲ καὶ τὰ τζαμιὰ θὰ ἠχολογήσουν τὴ χριστιανική, τὴν ἐθνική μας λειτουργία. Καὶ τότε πάλε ἡ Χρυσόπορτα θὰ στολίση ῾Ελλήνων βασιλιάδων τὰ τρόπαια.
Τότε θὰ πάρουμε καὶ τὰ κουρσεμένα πίσω. Τὰ πλούτη μας, τὶς δόξες, τὰ ἱερά μας. Θὰ πάρουμε τὸ σπαθὶ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τὴν κολυμπήθρα τοῦ Πορφυρογέννητου˙ τὶς πόρτες τοῦ Ναοῦ μας, τὸ Ρολόγι τῶν Μάγων, τ’ ἄλογα τ’ ἀράθυμα. Καὶ θὰ μείνη πάλι φτωχὴ καὶ ταπεινὴ ψαρούδισσα ἡ Βενετιά, καὶ ἡ Πόλη μας θὰ γίνη καύχημα καὶ στολίδι τῆς Οἰκουμένης, ὅπως ἦταν πρὶν τὴ μαράνη τοῦ Βενετσάνου τὸ ἀγκάλιασμα καὶ τὸ βάρβαρο ποδάρι τοῦ Τούρκου.
Ναί· θὰ ζήσουμε καὶ θὰ θεριέψουμε καὶ θὰ δοξαστοῦμε πάλι. Εἴμαστε ἄντρες ἐμεῖς˙ μωρ’ εἴμαστε ῞Ελληνες!...
Καὶ ὀρθὸς τώρα ἔριξε τὰ μάτια φλογερὰ στὶς σκοτεινὲς στεριές, σὰν προφήτης τοῦ ᾽Ισραήλ, ὑμνώντας τὴ Γῆ τῆς ᾽Επαγγελίας, ὁ ὑποναύκληρος. Καὶ δὲν ἦταν, ὄχι, ὁ ναύτης ὁ ταπεινός. ῏Ηταν ὁ ῾Ελληνισμὸς ὁλόκληρος, μὲ τὴν ἀκλόνητη πίστη στὶς παραδόσεις καὶ τοὺς θρύλους του.

Απόσπασμα από «Τα Λόγια τῆς Πλώρης», του Ἀνδρέα Καρκαβίτσα
Επιμελεία ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ - φιλολόγου
http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2013/01/blog-post_6552.html


Δεν θα πάρουμε μόνο την Πόλη, Γιώργο, αλλά και...
Παναγούδα, Ιούνιος 1990
Καθώς ο π. Παΐσιος μιλούσε απευθυνόμενος προς όλους τους παρευρισκόμενους, προσφώνησε κάποιον με τ' όνομά του, λέγοντας:
"Γιώργο, παιδί μου, έλα 'δώ!"
Ο περί ου ο λόγος Γιώργος, επίσης λοχαγός και συνάδελφος του φίλου μου, δεν απάντησε καν, υποθέτοντας ότι ο Γέροντας απευθυνόταν σε κάποιον άλλο.
Τότε, ο π. Παΐσιος επανέλαβε, λέγοντας συγκεκριμένα:
"Εσένα, λέω, κύριε λοχαγέ, έλα 'δώ", αφήνοντάς τους όλους έκπληκτους, καθώς οι δύο λοχαγοί επισκέπτονταν για πρώτη φορά την Παναγούδα (και, επιπλέον, φορούσαν πολιτικά, μην έχοντας κάποιο διακριτικό της ιδιότητάς τους).
Ο Γιώργος, λοιπόν, πλησίασε διστακτικά τον π. Παΐσιο, του φίλησε το χέρι και στάθηκε δίπλα του, οπότε ο π. Παΐσιος ξεκίνησε αμέσως να συζητά μαζί του:
"Πως είναι ο στρατός μας, Γιώργο;"
"Πιστεύω πως είναι καλά, πάτερ", απάντησε ο λοχαγός.
"Δεν είναι καλά ο στρατός μας, Γιώργο, αλλά, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη πολλοί καλοί αξιωματικοί και, κυρίως, στρατηγοί, και για αυτό στέκεται ακόμη ο στρατός μας", σχολίασε ο π. Παΐσιος.
Κι αμέσως συνέχισε: "Πότε θα πάρουμε την Πόλη Γιώργο;"
"Δεν ξέρω πάτερ", απάντησε ο λοχαγός.
"Θα την πάρουμε την Πόλη, Γιώργο, αλλά θα γίνει μεγάλος πόλεμος! Και δε θα πάρουμε μόνο την Πόλη, Γιώργο, αλλά και όλα τα μέρη της Μ. Ασίας που μας ανήκαν, και μάλιστα από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Σμύρνη. Όλα τα χαμένα μέρη μας, της χαμένες Πατρίδες... Κι ο πόλεμος, Γιώργο, θα αρχίσει από τα εξαμίλια."
Τότε, ο λοχαγός Γιώργος, που θυμήθηκε το χωριό Εξαμίλια της Κορινθίας, ρώτησε τον Γέροντα:
"Δηλαδή, από την Κόρινθο θ' αρχίσει ο πόλεμος, πάτερ;"
"Όχι, Γιώργο, ο πόλεμος δε θ' αρχίσει από την Κόρινθο, αλλά από τα 6 μίλια της θάλασσας, τα οποία ζητάνε οι τούρκοι. Ενώ εμείς (οι Έλληνες δηλαδή) ζητάμε τα 12 μίλια, τα οποία είναι και κατοχυρωμένα."
Και συνέχισε: "Θα γίνει μεγάλος πόλεμος, και την Ελλάδα θα τη βοηθήσει η ξανθή φυλή..." (εννοώντας, προφανώς, τους Ρώσους).

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC