Αρχική > News > Διδαχές του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ

Διδαχές του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ

Διάσπαρτες ανάμεσα στις διαδαχές του π. Σεραφείμ υπάρχουν πολλές νουθεσίες, όσον άφορα το πώς μπορεί να ζει κανείς χριστιανικά στον κόσμο.
Είναι αλήθεια, ότι ο ίδιος ο φλογερός Σεραφείμ αγαπούσε και εκτιμούσε ασύγκριτα περισσότερο (και απόλυτα δικαιολογημένα) την αγγελική παρθενία, και συνεπώς τον μοναχισμό, για χάρη του οποίου είχε εγκαταλείψει τον κόσμο. Και πολλές φορές, στις συζητήσεις του με μοναχούς, εξυμνούσε με ενθουσιασμό την μοναχική ζωή.

Κάποτε, τον επισκέφθηκαν στο ερημητήριο του κάποιοι έμποροι από το Κουρσκ, καθώς επέστρεφαν από την εμποροπανήγυρη του Νίζνι-Νοβγκόροντ. Προτού να αναχωρήσουν, ρώτησαν τον π. Σεραφείμ: «Τί θέλετε να πούμε στον αδελφό σας (Αλέξιο)»;
Ο Άγιος απάντησε: «Πέστε του ότι προσεύχομαι για αυτόν στον Κύριο και στην αμόλυντο Μητέρα Του ήμερα και νύχτα».
Και όταν έφυγαν, ο Άγιος ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και με έκσταση επανέλαβε αρκετές φορές μπροστά στην Αδελφή Παρασκευή Ιβάνοβνα από το Ντιβέϊεβο, ή οποία βρισκόταν εκείνη την ώρα εκεί, την ακόλουθη δοξολογία στον μοναχισμό:
«Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από την μοναχική ζωή! Τίποτε καλύτερο»!

Σε κάποια άλλη περίσταση, όταν ένας θαυμαστής του Αγίου, ο I. Γ. Καρατάιεφ, πήγαινε στην γενέτειρά του, το Κουρσκ, και τον ρώτησε και αυτός αν είχε κάποιο μήνυμα να δώσει στους συγγενείς του, ο ΄Αγ. Σεραφείμ είπε, δείχνοντας τις εικόνες του Σωτήρα και της Θεομήτορος: «Αυτοί είναι οι συγγενείς μου. Αλλά για τους συγγενείς μου που είναι εν ζωή, είμαι ένα ζωντανό πτώμα».

Και αγαπούσε το μοναστήρι και την μοναχική ζωή τόσο πολύ ώστε ποτέ, ούτε ακόμη και με την σκέψη, δεν μετανόησε που έφυγε από τον κόσμο ούτε θέλησε να επιστρέψει σε αυτόν. Και όταν η Αδελφή Παρασκευή σκεπτόταν να φύγει από την Μονή του Ντιβέιεβο σε μία κρίση ολιγοψυχίας, ο π. Σεραφείμ το προείδε με το πνεύμα και την κάλεσε στο ερημητήριο του. Άρχισε να την παρηγορεί και να της μιλά για τον εαυτό του και για την ζωή του στο μοναστήρι. Και στο τέλος πρόσθεσε: «Έχω ζήσει ολόκληρη την μοναχική μου ζωή, Μητέρα, και ποτέ, ούτε με την σκέψη, δεν έχω φύγει από το μοναστήρι».

«Όσην ώρα μιλούσε», ανέφερε η αδελφή αργότερα, «όλες οι σκέψεις μου σιγά - σιγά ηρέμησαν και όταν ο π. Σεραφείμ τελείωσε, ένοιωθα τέτοια ανακούφιση, λες και είχαν κόψει και απομακρύνει ένα άρρωστο μέλος του σώματος μου με μαχαίρι».

Θα δούμε παρακάτω τι αγάπη έδειχνε ο Άγιος για τις «ορφανές» του, του Ντιβέιεβο, και με τι τρυφερότητα μιλούσε για αυτές ακόμη και στους ξένους. Είχε πολλά να υποφέρει εξ αιτίας τους.
«Έρχονται σε εμένα, Μητέρα, έλεγε στην Αδελφή Ξένια Βασίλιεβνα (όπως γράφει εκείνη στα απομνημονεύματά της), «και μεμψιμοιρούν στον πτωχό Σεραφείμ γιατί εκτελεί τις εντολές της Μητέρας του Θεού. Τότε, Μητέρα, άνοιξα τον Πρόλογο και τους έδειξα στον Βίο του Αγ. Βασιλείου του Μεγάλου, πως ο λαός υποπτευόταν τον αδελφό του Πέτρο• αλλά ο Άγ. Βασίλειος τους έδειξε το ψεύδος της καχυποψίας τους και την δύναμη του Θεού. Και εγώ τους είπα: Και τα κορίτσια μου περιβάλλονται μέσα στον ναό από ένα ολόκληρο πλήθος Αγγέλων και από όλες τις ουράνιες δυνάμεις". Και έτσι, Μητέρα, έφυγαν από εμένα ντροπιασμένοι. Βλέπεις, χαρά μου, είναι δυσαρεστημένοι με τον πτωχό Σεραφείμ• παραπονούνται, επειδή εκτελεί τις εντολές της Βασίλισσας των Ουρανών».

Μία πολύ συγκινητική συνομιλία σχετικά με την αγάπη του για τις μοναχές έχει αναφερθεί από την ηλικιωμένη μοναχή, Μαρία Βασίλιεβνα Νικασίνα.
«Όταν ήμουν παντρεμένη και λαϊκή, ακόμη, πήγαινα συνήθως με τον σύζυγό μου στον π. Σεραφείμ. Κάποια φορά με ρώτησε: "Έχεις δει το Ντιβέιεβο και τα κορίτσια μου που είναι εκεί, Μητέρα";
"Ναι, Γέροντα, τα έχω δει", απάντησα.
"Και έχεις δει τις μέλισσες, Μητέρα"; με ρώτησε και πάλι.
«"Και φυσικά, τις έχω δει, Γέροντα", απάντησα.
"Λοιπόν, Μητέρα", είπε, "οι μέλισσες πάντα φτερουγίζουν γύρω από την βασίλισσα τους, και ή βασίλισσα ποτέ δεν τις εγκαταλείπει. Και τα κορίτσια μου, του Ντιβέιεβο, είναι ακριβώς σαν τις μέλισσες• πάντοτε θα βρίσκονται μαζί με την Θεομήτορα".
"Αχ", αναφώνησα. "Πόσο ωραία είναι να είναι κανείς πάντα έτσι, Γέροντα". Και είπα μέσα μου: Γιατί να παντρευθώ;
"Όχι, Μητέρα, μην κάνεις αυτές τις σκέψεις", απάντησε εκείνος αμέσως στις σκέψεις μου. "Μην ζηλεύεις τα κορίτσια μου! Δεν είναι καλό. Γιατί να τις ζηλεύεις; Είναι καλά και για τις χήρες εκεί, Μητέρα! Είναι καλά και για τις χήρες! Και αυτές θα βρίσκονται εκεί! Γνωρίζεις την Προφήτιδα Άννα• έχεις διαβάσει για αυτήν, έτσι δεν είναι; Λοιπόν, αυτή ήταν χήρα• αλλά τι χήρα, Μητέρα"!
Αυτή η δούλη του Θεού αργότερα έμεινε χήρα και εκπλήρωσε την επιθυμία της να μπει στην Μονή του Ντιβέιεβο.

Αλλά ενώ αγαπούσε τον μοναχισμό, ο Άγιος θεωρούσε αληθινούς μοναχούς και μοναχές μόνον εκείνους που είχαν εγκολπωθεί την μοναχική ζωή όχι για κάποιον άλλο λόγο παρά μόνον για την αγάπη του Θεού και για την σωτηρία της ψυχής τους. Επιπλέον δεν ήταν αρκετό να περάσει κανείς την μοναχική ζωή απλώς εξωτερικά, αλλά έπρεπε να υπάρχουν και καλά πνευματικά αποτελέσματα. Για να το διευκρινίσουμε αυτό πρέπει να αναφέρουμε την περίπτωση κάποιου φοιτητή του Σεμιναρίου.
«Στην νεότητά μου», σημείωνε αργότερα, «πριν το τέλος των σπουδών μου στο Σεμινάριο, το 1827, έμενα με εντολή του π. Σεραφείμ περίπου τρεις εβδομάδες του Αυγούστου στην Μονή του Σαρώφ. Σκεφτόμουν τον μοναχισμό».
Μία φορά ο π. Σεραφείμ τον ρώτησε: «Γιατί θέλεις να γίνεις μοναχός; Προφανώς δεν σου αρέσει η ιδέα του γάμου».
Ο φοιτητής απάντησε: «Δεν έχω κάνει ποτέ κακούς λογισμούς για το άγιο Μυστήριο του γάμου. Αλλά θα ήθελα να γίνω μοναχός για να υπηρετήσω τον Κύριο καλύτερα».
Τότε ο Γέροντας είπε: «Μακαρία ας είναι η οδός σου! Αλλά πρόσεχε, γράψε τους ακόλουθους λόγους μου όχι σε χαρτί, αλλά στην καρδιά σου: μάθε την νοερή προσευχή της καρδιάς. Η εξωτερική μόνον προσευχή δεν είναι αρκετή. Ο Θεός προσέχει τον νου. Και επομένως εκείνοι οι μοναχοί, οι όποιοι δεν συνδυάζουν την εξωτερική προσευχή με την εσωτερική δεν είναι μοναχοί αλλά καμένα κούτσουρα. Να θυμάσαι ότι ο αληθινός μοναχικός μανδύας είναι να ανέχεσαι με χαρά τις συκοφαντίες και τις ψευδείς κατηγορίες. Χωρίς πειρασμούς δεν υπάρχει σωτηρία».
Αργότερα, αυτός ο νεαρός άνδρας χειροτονήθηκε μοναχός, με το όνομα Νίκων, και τελείωσε την ζωή του ως Αρχιμανδρίτης της Μονής Μπαλακλάβσκυ στην Κριμαία.

Πολλοί ζητούσαν από τον π. Σεραφείμ την ευλογία του να αποσυρθούν στο Άγιον Όρος για την σωτηρία της ψυχής τους• αλλά εκείνος τους συμβούλευε να βρουν την σωτηρία τους στην Ορθόδοξη Ρωσία.
«Είναι πολύ δύσκολα εκεί», συνήθιζε να λέει. «Αν εμείς (οι μοναχοί) θρηνούμε εδώ, το να πάει κανείς εκεί σημαίνει να θρηνεί εκατό φορές περισσότερο• και αν δεν θρηνήσουμε εδώ, είναι μάταιο να σκεφτόμαστε την Αγία Κοινότητα του Αγίου Όρους».
Εκείνος που εγκολπώνεται τον μοναχισμό όπως πρέπει και σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ανακαλύπτει μεγάλη χάρη παντού. Ακούστε πόσο χαρούμενα μιλούσε ο Άγιος στην Γιελένα Βασίλιεβνα Μαντούροβα όσον αφορά τον μοναχισμό, συγκρίνοντάς τον στο επίγειο επίπεδο με τον γάμο, την πλέον ευτυχισμένη και χαρμόσυνη στιγμή στην ζωή του άνθρωπου.
«Τώρα, χαρά μου», της είπε ο π. Σεραφείμ, αφού της είχε ζητήσει να έρθει από το Ντιβέιεβο στο ερημητήριό του, είναι καιρός να αρραβωνιασθείς με τον Νυμφίο σου».
Η Γιελένα Βασίλιεβνα άρχισε να κλαίει με αναφιλητά και αναφώνησε έντρομη: «Δεν θέλω να παντρευθώ, Γέροντα»!
«Ακόμη δεν με καταλαβαίνεις καθόλου, Μητέρα», απάντησε ο π. Σεραφείμ καθησυχαστικά. «Μόνον πες στην Ηγουμένη Ξένια Μιχαήλοβνα, ότι ο π. Σεραφείμ σου δίνει την εντολή να αρραβωνιασθείς με τον Νυμφίο σου, να φορέσεις το μαύρο ένδυμα. Αυτό εννοώ με τον γάμο, Μητέρα! Τι Νυμφίο έχεις, χαρά μου! Ο Νυμφίος σου είναι απών. Μην αποθαρρύνεσαι, αλλά να χαίρεσαι και να έχεις θάρρος. Και έτσι ετοίμασε τα πάντα με προσευχή, με ασταμάτητη προσευχή. Για τρία χρόνια ετοιμάσου, χαρά μου, για να είσαι αρκετά έτοιμη μέχρι τότε. Ω, τι ανέκφραστη χαρά θα γίνει τότε, Μητέρα! Μιλώ για την κουρά σου, Μητέρα. Και όταν θα έχεις γίνει μοναχή, η χάρη θα πλημμυρίζει την καρδιά σου όλο και περισσότερο. Πόσο θαυμάσια θα είναι τότε! Όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ εμφανίσθηκε στην Θεομήτορα και της ανήγγειλε τα καλά νέα, εκείνη ένοιωσε κάπως ταραγμένη, αλλά αμέσως είπε: Ιδού η δούλη Κυρίου! Γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου (Λουκ. 1:38). Αυτός είναι ο γάμος και ο Νυμφίος για τον όποιον σου μιλώ, Μητέρα».
Εδώ ο π. Σεραφείμ σύγκρινε την μοναχική κουρά με το μεγαλύτερο και ευτυχέστερο γεγονός την ενσάρκωση του Ίδιου του Θεού στην μήτρα της Παρθένου. Είναι φοβερό ακόμη και να το πει κανείς. Αλλά ο π. Σεραφείμ μιλούσε από εμπειρία.

Οι λαϊκοί πρέπει να τιμούν και αυτοί τον μοναχισμό στην καρδιά και στην πράξη, για να μπορούν, τουλάχιστον σε κάποιο μέτρο, να μεταλαμβάνουν από την χάρη του μοναχισμού μέσω των άλλων. Για τον σκοπό αυτό ο π. Σεραφείμ συμβούλευε τους ανθρώπους να δίνουν ελεημοσύνη στα μοναστήρια ή να εργάζονται για αυτά. Και αφ' ετέρου, δίδασκε ότι όσοι προσέβαλλαν μοναχούς και μοναχές, θα τιμωρούνταν αυστηρά από τον Κύριο.

Ο Ιβάν Σεμυώνοβιτς Μελιούκωφ, ο αδελφος της Μαρίας, της θαυμαστής Αγίας για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα, προς το τέλος της ζωής του έγινε μοναχός στο Σαρώφ. Το διακόνημά του ήταν θυρωρός και συνήθως ανέφερε τα εξής:
«Όταν ήμουν ακόμη χωρικός και λαϊκός, συχνά εργαζόμουν για τον π. Σεραφείμ. Και αυτός μου προέλεγε πολλά θαυμαστά πράγματα για το Ντιβέιεβο. Και πάντοτε έλεγε: "Αν κανείς προσβάλει τις ορφανές μου (τις μοναχές), θα δεχθεί μεγάλη τιμωρία από τον Κύριο• αλλά το μεγάλο έλεος του Θεού θα εκχυθεί από τον ουρανό σε όποιον πάρει το μέρος τους και τις υποστηρίξει και τις βοηθήσει όταν βρεθούν σε ανάγκη. Οποιοσδήποτε, ακόμη και αν αναστενάξει και τις λυπηθεί με την καρδιά του θα ανταμειφθεί από τον Κύριο. Και θα σου πω κάτι, να το θυμάσαι αυτό: ευτυχισμένος είναι όποιος θα μένει είκοσι τέσσερεις ώρες στο Ντιβέιεβο του πτωχού Σεραφείμ, από το πρωί της μιας ημέρας μέχρι το πρωί της άλλης, γιατί η Μητέρα του Θεού, η Ουράνια Βασίλισσα, επισκέπτεται το Ντιβέιεβο κάθε είκοσι τέσσερεις ώρες"».

Αλλά οι ίδιοι οι θρησκεύοντες θα πρέπει να ανταποδίδουν κάθε καλό που γίνεται σε αυτούς μόνον με προσευχές• και (εκείνο το οποίο είναι ακόμη πιο εκπληκτικό) ο π. Σεραφείμ τους έλεγε μάλιστα ακόμη και να μην ευχαριστούν εκείνους που τους προσέφεραν δώρα.
«Να προσεύχεσθε, να προσεύχεσθε πάνω απ' όλα για όποιον σας κάνει κάποιο καλό», δίδασκε τις ορφανές του, «αλλά ποτέ, ποτέ να μην τον ευχαριστείτε (τον ευεργέτη σας) με λόγια• γιατί δίχως ευχαριστία θα λάβει όλη του την αμοιβή πλήρη για το καλό που έχει κάνει. Αλλά ευχαριστώντας τον για την καλοσύνη του προς εσάς, τον ληστεύετε και τον στερείτε από το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής που αξίζει για την καλή του πράξη. Όποιος σας προσφέρει ένα δώρο, δεν το προσφέρει σε εσάς αλλά στον Θεό. Δεν είστε εσείς εκείνοι που θα τον ευχαριστήσετε• αλλά αφήστε τον να ευχαριστήσει ο ίδιος τον Κύριο διότι δέχθηκε το δώρο του».

Αλλά το να πάρει κανείς ό,τιδήποτε από ένα μοναστήρι, ακόμη και για τους συγγενείς του, ο Άγιος το θεωρούσε μεγάλο και επικίνδυνο αμάρτημα.
«Είναι σαν να φέρνεις φωτιά μέσα σε ένα σπίτι. Σε όποιον την δώσεις, θα κάψει τα πάντα• το σπίτι του θα καταστραφεί και θα χαθεί, και η οικογένεια του όλη θα χαθεί ως αποτέλεσμα αυτής της πράξης. Εάν έχεις κάτι δικό σου, δώσε. Αλλά εάν όχι, αύξησε την προσευχή σου και προσευχήσου με συντετριμμένη καρδιά».

Αλλά από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο μοναχισμός, εάν ασκείται επάξια, είναι μεγάλο έλεος από τον Θεό όχι μόνον για τους ίδιους τους θρησκεύοντες αλλά και για όλη τους την οικογένεια.
«Εάν έχεις έρθει στο μοναστήρι κατόπιν συμβουλής ή επιβολής της εξουσίας άλλων ανθρώπων, ή με κάποιον άλλον τρόπο, μην απελπίζεσαι. Είναι επίσκεψη του Θεού (δηλαδή, το έλεος του Θεού). Εάν κάνεις ό,τι σου λέω, θα σωθείς και ο ίδιος καθώς και οι συγγενείς σου, για τους οποίους ενδιαφέρεσαι. «Ουκ είδον δίκαιον, λέει ο Προφήτης, έγκαταλελειμμένον, ουδέ το σπέρμα αυτού ζητούν άρτους (Ψαλμός 36: 25)»• Έτσι δίδασκε ο π. Σεραφείμ έναν νέο δόκιμο.

Αλλά αυτή η ιδία σκέψη εκφράσθηκε με ιδιαίτερη δύναμη σε μία συζήτηση με τους συγγενείς της θαυμαστής δεκαεννιάχρονης μεγαλόσχημης Μοναχής Μάρθας, της πρώην δόκιμης Μαρίας, μετά τον θάνατο της. Όταν η μεγαλύτερη αδελφή της, Πρασκοβία Σεμυώνοβνα Μελιούκοβα, μοναχή του Ντιβέιεβο, ήρθε στον Άγιο Σεραφείμ για το φέρετρο που εκείνος είχε φτιάξει για την νεκρή, της είπε παρηγορητικά:
«Μην αποθαρρύνεσαι, Μητέρα.Η ψυχή της είναι στην Ουράνια Βασιλεία και κοντά στην Αγία Τριάδα, στον θρόνο του Θεού. Και όλη η οικογένεια σου θα σωθεί μέσω αυτής». Και μετά την κηδεία της Μαρίας είπε στον αδελφό της Ιωάννη, τον θυρωρό που αναφέραμε πριν, ο οποίος τότε ήταν ακόμη χωρικός:
«Βλέπεις, χαρά μου, τί έλεος της έχει χαρίσει ο Κύριος! Στην Ουράνια Βασιλεία, αυτή στέκεται με τις άγιες παρθένες στον θρόνο του Θεού, κοντά στην Βασίλισσα του Ουρανού. Είναι μεσίτρια για όλη σου την οικογένεια. Είναι η μοναχή του μεγάλου σχήματος Μάρθα. Εγώ της έκανα την κουρά. Όποτε πηγαίνεις στο Ντιβέιεβο, ποτέ να μην περνάς από τον τάφο της χωρίς να γονατίζεις και να λες: "Κυρία μας και Μητέρα Μάρθα, δεήθητι υπέρ ημών ενώπιον του θρόνου του Θεού στην Ουράνια Βασιλεία"»!

Αλλά αλλοίμονο, ούτε ακόμη και όλοι οι θρησκεύοντες δεν θα σωθούν. Ακόμη και από τις ορφανές του, του Ντιβέιεβο, μερικές δεν θα αξιωθούν να λάβουν συγχώρηση. Αυτό του αποκαλύφθηκε σε ένα θαυμάσιο όραμα από την ίδια την Μητέρα του Θεού, το έτος 1830 στην εορτή της Κοιμήσεως.
«Η Βασίλισσα του Ουρανού, Πατέρα αυτό το κατέγραψε αργότερα ο πρωτοπρεσβύτερος Σαντόφσκυ, ο πνευματικός του Ντιβέιεβο - «η Ίδια η Βασίλισσα του Ουρανού επισκέφθηκε τον πτωχό Σεραφείμ. Και τί χαρά ήταν για μας, Πατέρα! Η Μητέρα του Θεού σκέπασε τον πτωχό Σεραφείμ με την ανέκφραστη καλοσύνη της. "Αγαπημένε Μου"! είπε η Υπερευλογημένη Παναγία, η Αγνή Παρθένος. "Ζήτησε μου ό,τι θέλεις". Ακούς, Πατέρα; Τί έλεος έχει δείξει σε εμάς η Βασίλισσα του Ουρανού»!
Και ο Άγιος φωτίσθηκε ολόκληρος, ακτινοβολώντας με έκσταση.
«Και ο πτωχός Σεραφείμ», συνέχισε ο Άγιος, «λοιπόν, ο πτωχός Σεραφείμ ικέτευσε την Μητέρα του Θεού για τις ορφανές του, Πατέρα. Και ζήτησε όλες, όλες οι μικρές ορφανές στο Γυναικείο Μοναστήρι του Σεραφείμ να σωθούν, Πατέρα. Και η Μητέρα του Θεού υποσχέθηκε να δώσει αυτήν την άφατη χαρά στον πτωχό Σεραφείμ, Πατέρα. Μόνον για τρεις δεν δόθηκε αυτή η χάρη. "Τρεις θα χαθούν", είπε η Μητέρα του Θεού». Με την φράση αυτή, το φωτεινό πρόσωπο του Γέροντα συννέφιασε. «Η μία θα καεί, η άλλη θα κονιορτοποιηθεί από τον μύλο, και η τρίτη... Όσο και αν έχω προσπαθήσει να θυμηθώ», γράφει ο π. Σαντόφσκυ, «μου είναι αδύνατον να το κάνω. Προφανώς δεν είχε νόημα να το θυμάμαι».
Επτά μήνες αργότερα ο Άγιος είχε άλλο ένα όραμα με την Θεομήτορα, το πιο θαυμάσιο όραμα από όλα. Η Αδελφή Ευδοκία Εφραίμοβνα ήταν και εκείνη παρούσα. Έπειτα από το όραμα αυτό, ο π. Σεραφείμ θυμήθηκε την προηγούμενη επίσκεψη της Μητέρας του Θεού και είπε στην Αδελφή Ευδοκία τις παρακάτω λεπτομέρειες σχετικά με αυτήν:
«Άκουσε, Μητέρα! Περίπου χίλιες ψυχές θα συγκεντρωθούν στην Γυναικεία Μονή μου. Και αυτές όλες θα σωθούν, Μητέρα. Το ζήτησα από την Μητέρα του Θεού αυτό. Και η Βασίλισσα του Ουρανού συγκατατέθηκε να εκπληρώσει την ταπεινή παράκληση του πτωχού Σεραφείμ. Και η φιλεύσπλαχνη Παναγία υποσχέθηκε να τις σώσει όλες, όλες έκτος από τρεις, χαρά μου! Μόνον, εκεί, Μητέρα», συνέχισε ο π. Σεραφείμ έπειτα από σύντομη σιωπή, «όλοι, εκεί στην μέλλουσα ζωή θα χωρισθούν σε τρεις ομάδες: "τους Ενωμένους", οι οποίοι με την αγνότητα τους, τις ακατάπαυστες προσευχές τους και τις πράξεις τους έχουν ενωθεί με τον Κύριο• η ζωή τους ολόκληρη και η αναπνοή τους βρίσκεται στον Θεό και αυτοί θα βρίσκονται μαζί Του αιωνίως• "τους Εκλεκτούς", οι οποίοι θα κάνουν τα έργα μου, Μητέρα, και θα είναι και αυτοί μαζί μου στην οικία μου* και "τούς Κλητούς", οι οποίοι μόνον θα τρώνε το ψωμί μας για κάποιο χρόνο, και για τους οποίους υπάρχει ένας σκοτεινός τόπος. Θα τους δοθεί μόνον μία σκληρή και στενή θέση, και δεν θα έχουν τίποτε άλλο παρά ένα πουκάμισο, και θα νοσταλγούν πάντα. Αυτοί είναι οι αμελείς και ράθυμοι, Μητέρα, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται για το κοινό έργο και δεν τηρούν την υπακοή και ασχολούνται μόνον με τις δικές τους υποθέσεις, πόσο σκοτεινά και βαρειά θα είναι για αυτούς! Θα κάθονται σε ένα μέρος όλη την ώρα και θα ταλαντεύονται από την μία πλευρά στην άλλη».
Και παίρνοντας μου το χέρι, ο π. Σεραφείμ άρχισε να κλαίει πικρά.
«Η υπακοή, Μητέρα, η υπακοή είναι υψηλότερη από την νηστεία και την προσευχή», συνέχισε ο π. Σεραφείμ. «Σου λέω, δεν υπάρχει τίποτε υψηλότερο από την υπακοή, Μητέρα. Και πες το σε όλους αυτό».
Έπειτα με ευλόγησε και με άφησε να φύγω.
Εδώ ο Άγιος ανοίγει μυστηριώδεις σελίδες από την μέλλουσα ζωή, αλλά αυτά δεν είμαστε ικανοί να τα συζητάμε εμείς με τον σαρκικό και περιορισμένο μας νου. Μόνον που εμείς οι θρησκεύοντες, πρέπει να θυμόμαστε και τις τρεις χαμένες ψυχές και εκείνους τους πολλούς «κλητούς», οι όποιοι αλλοίμονο! δεν έχουν γίνει «εκλεκτοί». Παρακάτω θα μάθουμε για την φρικτή μοίρα των δύο Ηγουμενισσών που κατακρίθηκαν. Δεν ήταν χωρίς λόγο που ο Άγιος θρηνούσε για μας που είμαστε χαλαροί. Ανάστησε μας από αυτόν τον βούρκο, Κύριε, διά των ευχών της Μητρός Σου και του Αγ. Σεραφείμ!
Αλλά ο Άγ. Σεραφείμ τελείωσε την συνομιλία του για τους «κλητούς» με έναν παράξενο τρόπο, σαν αυτοί κάπως να μην ανήκαν σε εμάς.
«Οι υποθέσεις τους δεν έχουν τίποτε το κοινό με εμάς, Μητέρα. Ας τρώνε το ψωμί μας προς το παρόν»!
Ακριβώς σαν να ήταν αποξενωμένοι, εξόριστοι, ξεχασμένοι από τον Θεό! Και φέρνει κανείς στον νου του την προσευχή του ληστή: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν ελθης εν τη Βασιλεία σου» (Λουκ. 23:42•). Οι κρίσεις του Θεού είναι μυστήρια. Είναι καλύτερα να θυμόμαστε την καταδίκη και τον «θρόνο της Δικαιοσύνης του Χριστού», όπως έχουμε διδαχθεί από την Εκκλησία.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC