Αρχική > News > Ανάνηψη από τη λήθη του Θεού

Ανάνηψη από τη λήθη του Θεού

Όταν κατεχόμαστε από λύπη, πόνο, πένθος, η καρδιά μας μεταφέρεται σε παγκόσμιες διαστάσεις και αισθανόμαστε πόνο όχι μόνο για τον εαυτό μας αλλά για όλη την ανθρωπότητα, σε σημείο που με την προσωπική μας πείρα μπορούμε να ζήσουμε την τραγική μοίρα, τον τρόμο και την απελπισία καθενός από τους ανθρώπους. Θυμόμαστε το πλήθος αυτών που πέθαναν και αυτών που πεθαίνουν. Μπορεί η θλίψη μέχρις ένα σημείο να ξεπερνά την αντοχή μας. Τότε, όταν ο νους και το σώμα δεν μπορούν να συμβαδίσουν με το πνεύμα, το πνεύμα μόνο συνεχίζει ν' ακολουθεί το Χριστό στη σταύρωση, τον τάφο, μέσα στο βάθος της αγωνίας του εξαιτίας της αγάπης του για το ανθρώπινο γένος».

Εάν η αμαρτία δεν είναι παράβαση των ηθικών μέτρων της ανθρώπινης κοινωνίας ή οποιασδήποτε άλλης νομικής διατάξεως και απλώς μας αποκόπτει από το Θεό της αγάπης, όπως τονίζει ο αρχιμ. Σωφρόνιος Ζαχάρωφ στο έργο του «Η ζωή του ζωή μου», τότε η αμαρτία δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά και με αυστηρά νομικό περιεχόμενο ως παράβαση δηλαδή κάποιου ηθικού ή θρησκευτικού νόμου. Στην ανατολική παράδοση η αμαρτία δεν αποτελεί παρά μια άστοχη επιλογή, με οντολογικές ωστόσο συνέπειες, που είναι, η απομάκρυνση από τον Θεό και τον συνάνθρωπο, η λήθη του Θεού και του συνανθρώπου. Αποτελεί μια ασθένεια, μια παράχρηση των δυνάμεων της ψυχής και του σώματος, η οποία όσο περισσότερο προσβάλλει τον άνθρωπο τόσο περισσότερο τον αποξενώνει από την πηγή της ζωής. Κατά συνέπεια οι Πατέρες της Ανατολής δεν είδαν την αμαρτία, ως φυσική πραγματικότητα, όπως δεν την είδαν και δικανικά-νομικά, δηλαδή ως παράβαση μόνο και ως ψυχολογική ενοχή.

Αντίθετα οι δυτικοί θεολόγοι ερμηνεύουν το όλο πρόβλημα της αμαρτίας και της σωτηρίας νομικά, δικανικά. Έτσι το θείο θέλημα παραλληλίζεται προς ύψιστη επιταγή μιας τάξεως ενός υπέρτατου Δικαίου. Ο Θεός προβάλλεται ως ο χωροφύλακας ή ως ο εισαγγελέας της δικαιοσύνης αυτής. Τα συσσωρευόμενα στην ανθρωπότητα δεινά, από το θάνατο έως τον παραμικρό πόνο, είναι αποτελέσματα της αμαρτωλότητας και, συνεπώς, δίκαιες τιμωρίες, που επιβάλλονται σ' εκείνους που ζουν αμαρτωλή και παράνομη ζωή. Είναι έντονη η πεποίθηση ότι με την πτώση του ο Αδάμ καταστάθηκε ένοχος ενώπιον του Θεού, μια ενοχή η οποία κληρονομήθηκε σε όλους τους απογόνους του. Εξαιτίας της παράβασης ο Θεός οργίσθηκε και τιμώρησε τον άνθρωπο με το θάνατο.

Έτσι κυριαρχεί στην ψυχή τού χριστιανού ο φόβος της τιμωρίας. Συνεχώς καταβάλλει μια αγχώδη προσπάθεια να συμμορφωθεί απλώς με μερικές τυπικές εντολές, δίχως δημιουργική πνοή και πρόοδο στην τελείωση. Ο πιστός αυτός διαρκώς πανικοβάλλεται εξαιτίας μιας οποιασδήποτε παράλειψης και μηχανεύεται μύριους περίεργους συνδυασμούς για να καλύψει την ένοχη συνείδηση του. Μπροστά στα μάτια του ο Θεός είναι ο σαδιστής χωροφύλακας και ο αμείλιχτος εισαγγελέας και όχι ο γιατρός της αγάπης.

Κατά συνέπεια όλη η χριστιανική ζωή θεωρείται ως μια ηθική συμμόρφωση σε κάποιες ηθικές επιταγές που η πιστή τους τήρηση από τους χριστιανούς έχει σαν αποτέλεσμα να δίνονται κάποιες αμοιβές αλλά η εξιλαστήρια θυσία του Υιού του Θεού για την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης. Αναφέρει ο π. I. Ρωμανίδης: «Αντί να γίνωνται νηστείες, (ενν. στη δυτική πνευματικότητα) προσευχές και καλά έργα για την πνευματική άσκηση των ανθρώπων και για την καταπολέμηση του σατανά, τα πάντα γίνονται για να εξευμενισθεί ο Θεός και να αποκομισθούν κάποιες αξιομισθίες. Όταν επικράτησε πλέον η Ανσέλμειος θεωρία περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης με τη σταυρική θυσία ήταν φυσικό να καταλήξουν οι προτεστάντες στο συμπέρασμα ότι τα μυστήρια, τα καλά έργα δεν εξευμενίζουν το Θεό παρά μόνο η πίστη στον εσταυρωμένο Χριστό δύναται να σώσει τον άνθρωπο». Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοσή μας η δια της προσευχής, της νηστείας και των καλών έργων πνευματική άσκηση δεν γίνεται για τις ανάγκες του Θεού αλλά για την ηθική στερέωση, τελείωση και θέωση των πιστών.

Η δυτική πνευματικότητα καλλιεργεί την ελπίδα ότι κάποια καλά έργα αρκούν για να λυθεί το πρόβλημα της αμαρτίας και να γίνει η επαναφορά του ανθρώπου στην αρχική του τάξη. Οικοδομείται έτσι ο φαρισαϊσμός, η αυτοδικαίωση, μια οικτρή παραμόρφωση του γνησίου χριστιανικού πνεύματος, γιατί αμαρτία δεν είναι απλώς η παράβαση κάποιας εντολής αλλά η τάση του ανθρώπου να αυτονομηθεί από το Θεό, ακόμη και με τον πνευματικό αγώνα διότι αμαρτία είναι ακόμη και οι αυτονομημένες από το Θεό ηθική και αρετή, όπως επισημαίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «παν γαρ είδος αρετής εν ημίν, ενεργούντος του Θεού, ημίν προσγίνεται του Θεού δε μη ενεργούντος εν ημίν, αμαρτία παν το παρ' ημών γινόμενον». Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι αντίθετη προς την εν Χριστώ θέωση είναι η εγωιστική αυτοθεοποίηση του ανθρώπου. Ενώ η εν Χριστώ θέωση προϋποθέτει την ταπείνωση και την αυτοπροσφορά, η εγωιστική θεοποίηση θεμελιώνεται στην αυτοβεβαίωση και την έπαρση. Είναι μια θεοποίηση που επιδιώκεται με τις φυσικές δυνάμεις και ικανότητες του ανθρώπου ή με την ηθική και πνευματική του εξέλιξη.

Εξαιτίας όλων αυτών των αντιλήψεων της δυτικής θεολογίας παραχαράσσεται και η εικόνα του Θεού. Από Θεός αγάπης έγινε Θεός του μίσους, ένας Θεός οργισμένος, φοβερός, ιδιότροπος, ανελέητος και ανάλγητος που ετοιμάζει την τιμωρία για τους αμαρτωλούς. Με τέτοιες εικόνες τροφοδότησε η «χριστιανική» Δύση, ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική, τα πλήθη και ως αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία όλων εκείνων των αθεϊστικών κινημάτων που συγκλόνισαν τον κόσμο, διότι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η αμαρτία δεν είναι μόνο ζήτημα ηθικό αλλά κύρια και πρωταρχικά οντολογικό: Είναι δηλαδή, διατάραξη της ορθής και φυσικής λειτουργίας της ανθρώπινης ύπαρξης, η διακοπή της αγαπητικής σχέσης του ανθρώπου από το Θεό.

Υπό Αρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή, Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC