Αρχική > News > Αληθινό Περιστατικό

Αληθινό Περιστατικό

Μια χούφτα σπίτια το μικρό χωριό, σκαλωμένο στους πρόποδες της Μαδάρας από το φόβο των πειρατών -γι' αυτό και το όνομά του Σκαλωτή- χωμένο μέσ' στις χαρουπιές και τις ελιές τις ασημόφυλλες, αγναντεύει από ψηλά την απεραντοσύνη του Λιβυκού. Το σφιχταγκαλιάζουν δεξιά κι αριστερά του δυο ξεροπόταμοι με τις ροδαλές πικροδάφνες και τις μωβιές λυγαριές στις όχθες τους. Μυρωμένες οι πνοές του αγέρα από φασκόμηλο και θυμάρι το φιλούν και σμίγουν με τις λεπτές μοσχοβολιές απ' αγριόκρινα και μανουσάκια. Από τους οντάδες με τα χωματένια δώματα και τις πέτρινες καμάρες, διακρίνεις απ' αλάργα θαμπά τη Γαύδο με τα βουνά της στα σύνορα πελάγου κι ουρανού. Όμορφο το μικρό χωριό. Όμορφες κι οι απλές, ζεστές καρδιές των χωρικών του. Άνθρωποι ντόμπροι, απλόχεροι, με ανθρωπιά και φιλότιμο. Μα ακαλλιέργητα και χέρσα της ψυχής τους τα χωράφια. Γεμάτα αγκάθια. Να, σαν εκείνα τα άγονα στις πλαγιές της Αγριμοκεφάλας, που στις πεζούλες τους μόνο κοντόσχοινα κι αγριαγκάραθοι τόλμαγαν να φυτρώσουν ανάμεσα στις ξασπρισμένες πέτρες τους. Με τους εγωισμούς, που σφιχτομαντάλωναν με ινάτι τις ψυχές, σαν κάποιος τους έθιγε το Σφακιανό τους φιλότιμο. Κι εύκολο το 'χαν με την παραμικρή την προσβολή να κόβουν και την καλημέρα και να κρατούν τη μάνητα για χρόνους.

Ανελλιπώς οι γυναίκες στη μικρή τους εκκλησία, τον Χριστό, με τη χαμηλή πόρτα και το μοναδικό παραθύρι. Τις Κυριακές, τις μεγάλες σκόλες, στους εσπερινούς…
Και με το έμπα της Σαρακοστής στο «Κύριε των Ντυνάμεων», το λέγανε, όπως θέλετε κάθε απόβραδο. Η θεία Διαμάντω, η Μανώλαινα και οι άλλες -όλες θείες τις λέμε στο χωριό- σταυροκοπιούνταν αδιάκοπα κι έκαναν ευλαβικά μετάνοιες στρωτές με τα γυμνασμένα στ' ελιομάζεμα κορμιά τους. Και μείς τα σκολιαρόπαιδα από κοντά, βάζαμε τα δυνατά μας να τις ξεπεράσουμε. Και δώσ' του μετάνοιες γοργές σαν ο παπα-Μιχάλης μας θυμιάτιζε από κοντά ένα-ένα. Ήξεραν απ' όξω σχεδόν τ' άγια γράμματα. Σιγομουρμούριζαν το «με θυμό γενού» και τ' άλλα ψάλματα κι ας μην τα καταλάβαιναν. Τα ένιωθε η καρδιά κείνη την ώρα κι ευχαριστιούνταν. Μα τίποτ' άλλο. Την άλλη μέρα κι όλας τους έφευγαν τα λόγια τα πικρά και τα κουτσομπολιά. Και σφάλιζε ασυγχώρητη η πόρτα κι η καρδιά.

Ο παπα-Μιχάλης, που ήρθε γαμπρός από το γειτονικό χωριό, ήρθε με ζήλο πολύ. Κι είχε καημό σαν τον καλό το Γεωργό να οργώσει τις ξέρες της ψυχής τους, να ποτίσει με το νερό το ζωντανό, «το ύδωρ το ζων». Με του Θεού τους τ' άγια λόγια. Έβλεπε την ανάγκη κι ένιωθε την ευθύνη τη βαριά. Στο πετραχήλι του σαν κρόσσια κρέμονταν οι ψυχές που τ' όρισε ο Θεός να σώσει. Τους εξηγούσε κάθε Κυριακή το Ευαγγέλιο κι όποτε έβρισκε αφορμή έβγαζε λόγο. Παρασκευή απόβραδο. Λάμπει στο εικονοστάσι της η Παναγιά, μέσα στα ρόδα και τα ολόλευκα από αγριαπιδιές μπουκέτα.
Σαν τέλειωσε τα τόσα «χαίρε» προς την Ανύμφευτη Νύμφη ο παπάς, στάθηκε στην ωραία Πύλη κι άρχισε να κηρύττει.
—Ώρα 'ναι πια, παπα-Μιχάλη, να τελειώσεις. Ίντα καταλαβαίνουμε; Βράδιασε για τα καλά και ψιλοβρέχει, φώναξε δυνατά η θειά Μανώλαινα.
—Ναι, ναι, παπά, δε μας χρειάζονται οι λόγοι, σιγοντάρισε και η θειά Δαμάντω, που ένιωθε τη νύστα να της κλείνει τα μάτια και το κορμί να γέρνει στο στασίδι αδύναμο από τη νηστεία.
Λυπήθηκε ο παπα-Μιχάλης. Και τις σεβάστηκε. Για μέρες δεν έκανε κήρυγμα. Μα η καρδιά του δεν του 'λεγε να τους αφήσει στην αμάθεια. Στα σκότη τα πνευματικά.

Κι ήρθαν κι οι τρίτοι Χαιρετισμοί. Και με καλεί ο καλός παπάς και κατηχητής μας, μαθήτρια στην έκτη του Δημοτικού. Μου 'δωσε καθαρογραμμένο, έτοιμο το κήρυγμα. Και μου 'πε να το διαβάσω, όταν μου πει, μπρος στην Ωραία Πύλη με καθαρή και δυνατή φωνή, κι αργά-αργά για να καταλαβαίνουν. Ίσως έμενα θα μ' άκουγαν καλύτερα.
—Και του Θεού ο λόγος, έλεγε, θα κάνει τη δουλειά του. Έχει τη δύναμη αυτός φθάνει ένας λόγος Θεϊκός τις πιο σκληρές καρδιές να μαλακώσει και να αλλοιώσει. Να, όπως στο σταμνί με το νερό. Κι αν σπάσει και το νερό χυθεί, κάτι θα μείνει για τα χείλη τα φρυγμένα, αρκεί και λίγο στα κομμάτια τα σπασμένα.
Με την καρδιά μου να χτυπά γοργά και με φουντωμένα στα μάγουλα τα ρόδα τής ντροπής, άρχισα να διαβάζω.
Τέντωσαν λαιμούς και αυτιά, τακτοποίησαν τα ματογυάλια για να θωρούν...
—Για δέστε, για δέστε, σιγομουρμούριζαν και σκούνταγε η μια την άλλη. Του μπάρμπα Γιώργη η θυγατέρα. Σωπάστε. Κι ίντα όμορφα τα λόγια που μας λέει και μας γλυκαίνει...
Εκείνη τη φορά ήμουν εγώ ο κήρυκας. Και το Σηφαλιώ μας την άλλη και η Παρασκευούλα την παράλλη...
Και λίγο-λίγο, μέρα με τη μέρα ο λόγος του Θεού πότιζε τα άγονα χωράφια. Και μαλάκωναν οι καρδιές, καθάριζαν από τ' αγκάθια.
—Συχώρα με, γειτόνισσα, σαν δεν το θέλει ο Θεός να 'μαστε μαλωμένες.
—Ναι, ο Θεός άγιος σχωρέσει σου. Πάντα αγαπημένες.
Κι έγινε πιο όμορφο το όμορφο χωριό, σαν έπιναν το «ύδωρ το ζων».

Σ.Π.
Περιοδικό «Η Δράσις μας», Τεύχος 508, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2013

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC