Αρχική > News > «Ὁ π. Παῦλος Καββαδίας ὡς πνευματικὸς ἐξομολόγος, ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος καὶ πολλὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια»

«Ὁ π. Παῦλος Καββαδίας ὡς πνευματικὸς ἐξομολόγος, ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος καὶ πολλὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια»

Πρωτοπρεσβυτέρου
Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου, Δρ θ.,
Ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγ. Ἐλευθερίου-ὁδοῦ Ἀχαρνῶν Ἀθηνῶν
Ὁμιλία εἰς τὴν Ἡμερίδα ἀφιερωμένη στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιμ. π. Παύλου Καββαδία
Νέα Ὀρεστιάδα, 5-3-2011

Ἐνθυμοῦμαι τὸν π. Παῦλο ἀπὸ τὸ ἔτος 1977 ὅταν ἤμουν μικρὸς μαθητὴς τῆς Γ’ τάξεως τοῦ Α’ Δημοτικοῦ Σχολείου Ν. Ὀρεστιάδος, ὅταν ἀκόμα στεγαζόταν σὲ ἐνοικιαζόμενα παραρτήματα τῆς ὁδοῦ Ἠρακλέους κατὰ τὴν περίοδο ποὺ κτιζόταν τὸ νέο Α’ Δημοτικό μας Σχολεῖο. Τότε τὰ πράγματα στὴν πόλη μας ἦταν, ἰδιαιτέρως γιὰ τὰ νέα παιδιά, δύσκολα. Ἡ μόνη ἀπασχόληση τῶν νέων παιδιῶν καὶ μάλιστα τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου ἦταν νὰ παίζουν ἐλεύθερα στοὺς δρόμους καὶ στὶς ἀλάνες μὲ αὐτοσχέδια παιχνίδια τὶς περισσότερες φορές. Οἱ γονεῖς τῶν περισσοτέρων παιδιῶν τῆς ἠλικίας μας ἦταν βιοπαλαιστές, ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες, γεωργοὶ καὶ ἐργάτες. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦσαν νὰ μᾶς προσφέρουν ἦταν ἡ ἀγάπη τους γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς ζωῆς μας, τὸ καθημερινό μας σιτηρέσιο καὶ ἡ ἐλευθερία νὰ παίζουμε στοὺς δρόμους καὶ στὶς γειτονιές. Ἡ μόνη διασκέδαση γιὰ κάποια παιδιὰ ἦταν οἱ ἐκδρομὲς μὲ τοὺς γονεῖς τους στὰ γύρω χωριά τους καὶ γιὰ κάποιους ἄλλους μόνον ἡ Ἐκκλησία.

Ἐκείνο τὸν καιρὸ πληροφορηθήκαμε μιὰ ὁμάδα συμμαθητῶν μου ὅτι γίνεται κάποιο κατηχητικὸ στὴν ὁδὸ Ἀναγεννήσεως, ὅπου ὑπῆρχαν κάποια παιχνίδια, ὅπως πίγκ πόγκ καὶ διάφορα ἐπιτραπέζια καὶ πῶς τὴν ὅλη προσπάθεια τὴν συντονίζει κάποιος στὸ ὄνομα «π. Παῦλος». Ἔτσι ἀποφασίσαμε ὅλοι μαζὶ οἱ φίλοι τῆς Γ’ τάξης νὰ πᾶμε κι ἐμεῖς στὸ κατηχητικὸ σχολεῖο. Δὲν τὸ κρύβω ὅτι λιγάκι τότε τὸ βλέπαμε καὶ ὠφελιμιστικά, ἀλλὰ τελικὰ κάποιο ἄλλο σχέδιο εἶχε ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας. Πήγαμε στὸ κατηχητικὸ ἡμέρα Σάββατο πολὺ νωρὶς τὸ ἀπόγευμα. Τὸ κατηχητικὸ τότε στεγάζονταν ἐπὶ ἐνοικίῳ σὲ μαγαζὶ ποὺ ἀνῆκε στὴν κ. Μαρίκα Χατζημιχαήλ, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἐμμανουὴλ Ρήγα 43 καὶ Ἀδριανουπόλεως. Στὴν ἀρχὴ ὅλα τὰ παιδιὰ εἴχαμε μιὰ συστολή. Συναντήσαμε ἕναν νέο σχετικὰ στὴν ἠλικία κληρικὸ νὰ μᾶς ὑποδέχεται μὲ ἀγάπη. Εἴδαμε τότε στὴν αἴθουσα κάποια ἄλλα παιδιὰ ἀπὸ ἄλλα σχολεῖα νὰ παίζουν στὰ διάφορα παιχνίδια. Καθηλωθήκαμε. Μέσα στὶς ψυχὲς ὅλων μας μᾶς τράβηξε ἀμέσως ἡ ἰδέα ὅτι τὸ κατηχητικὸ ἦταν αὐτὸ ποὺ ἐπιζητούσαμε. Σὲ λίγο μᾶς κάλεσε ὁ π. Παῦλος παρὰ μέσα στὴν πίσω αἴθουσα ποὺ ἦταν διαμορφωμένη σὲ αἴθουσα διαλέξεων. Μὴ φαντάζεσθε τίποτα σπουδαῖο. Ἦταν μιὰ αἴθουσα γεμάτη καθίσματα. Δὲν μπόρεσα νὰ τὰ μετρήσω, ἀλλὰ θυμᾶμαι ὅτι ἦταν πάρα πολλά. Ὅταν μᾶς κάλεσε ὁ π. Παῦλος νὰ περάσουμε στὴν αἴθουσα, ὅλα τὰ καθίσματα γέμισαν ἀσφυκτικά. Κυριολεκτικὰ εἴμασταν ὁ ἕνας μαθητὴς πάνω στὸν ἄλλο. Ὁ π. Παῦλος μᾶς προέτρεψε νὰ σηκωθοῦμε γιὰ νὰ κάνουμε τὴν ἐναρκτήρια προσευχή. Ὁ ἴδιος ἔβαλε τὸ «Εὐλογητός», καὶ εἶπε μὲ μιὰ φωνὴ κατανυκτική, ἥρεμη καὶ πρωτόγνωρη γιὰ ὅλους μας τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε». Στὸ τέλος μᾶς προέτρεψε καὶ ψάλλαμε ὅλοι μας τὸ ἀπολυτίκιον τῆς Πεντηκοστῆς «Εὐλογητός εἶ Χριστὲ ὁ Θεός». Ἡ μορφὴ τοῦ π. Παύλου μᾶς μάγεψε. Τὸν βλέπαμε νὰ ψάλλει ταπεινὰ μὲ τὸ κεφάλι του κατεβασμένο χωρὶς νὰ μᾶς βλέπει, τὸν αἰσθανόμασταν τόσο κοντά μας καὶ συνάμα τόσο ἀπομακρυσμένο καὶ ἀπορροφημένο ἀλλοῦ. Δὲν καταλαβαίναμε τι συμβαίνει. Τὸν θεωρούσαμε ὄχι μόνον ἀνώτερό μας, ἀλλὰ καὶ κάπως ἀσύλληπτο. Ἀφοῦ τελειώσαμε τὴν προσευχὴ ὁ π. Παῦλος ἄρχισε ἀμέσως νὰ μᾶς μιλᾶ γιὰ τὸν Χριστό μας. Ἀκούγαμε ὅλα τὰ παιδιὰ τὴ φωνή του καὶ ὡς διψασμένα ἐλάφια ποὺ τρέχουν στὴν πηγὴ γιὰ νὰ ξεδιψάσουν ρουφούσαμε σταγόνα-σταγόνα τὰ λόγια του, τὸ κήρυγμά του. Στὸ τέλος μᾶς προέτρεψε νὰ τραγουδήσουμε κάποιο τραγούδι. Ἐπειδὴ τὰ περισσότερα παιδιὰ δὲν γνωρίζαμε πολλὰ χριστιανικὰ τραγούδια, ὁ π. Παῦλος μᾶς τὰ τραγουδοῦσε στὴν ἀρχὴ μόνος του καὶ μετὰ ἐπαναλαμβάναμε κι ἐμεῖς ἄλλοτε μὲ λίγες παραφωνίες, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τρεῖς τέσσερις φορὲς τὸ λέγαμε κανονικὰ μαζί του. Ἦταν καταπληκτικὸ καὶ πολὺ εὐλογημένο, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προσπάθειας εὐωδονόταν ἀμέσως. Στὸ τέλος ἀφοῦ τραγουδήσαμε καὶ μάθαμε τὸ πρῶτο μας τραγούδι, ὁ π. Παῦλος μᾶς διασκέδασε μὲ κάποια ἀνέκδοτα χριστιανικά, καὶ μὲ κάποια αἰνίγματα. Μάλιστα, γιὰ νὰ μᾶς κρατήσει περισσότερο ἥσυχους, μᾶς μοίραζε καραμέλλες σὲ ὅποιον ἀπαντοῦσε σωστὰ στὰ αἰνίγματα. Ἀλλά, ἐπειδὴ κάποιοι ποὺ ἤξεραν καλύτερα ἤ ἦταν μεγαλύτεροι ἀπὸ ἐμᾶς ἔπαιρναν ἐκείνοι τὶς περισσότερες καραμέλλες, στὸ τέλος μοίρασε σὲ ὅλους μας ἀπὸ κάποια καραμέλλα. Τότε γινόταν ἡ μεγαλύτερη χαρὰ γιὰ ὅλους μας νὰ φᾶμε μία καραμέλλα καὶ μάλιστα δοσμένη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν κατηχητή μας π. Παῦλο. Ἐμᾶς τὰ παιδιὰ δὲν μᾶς ἐνδιέφεραν οἱ τίτλοι τιμῆς, τὰ πτυχία τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καὶ τὸ ἐπίθετό του, ἐμᾶς μᾶς ἐνδιἐφερε ὅτι κάποιος π. Παῦλος μᾶς ἀγαπάει, μᾶς λέει ὡραῖα πράγματα γιὰ τὸ Θεό μας καὶ μᾶς δίδει εὐκαιρίες γιὰ νὰ παίζουμε μὲ κάποια παιχνίδια πού, ὑπὸ ἄλλας συνθήκας, ἄν δὲν πηγαίναμε στὸ κατηχητικό, δὲν θὰ βρίσκαμε. Ἔτσι ἀρχίσαμε νὰ πηγαίνουμε στὸ κατηχητικὸ τοῦ π. Παύλου, ὅπως τὸ λέγαμε. Ὅταν ἐρχόταν ἡ Παρασκευή, ἀναμέναμε πότε θὰ ἔρθει τὸ εὐλογημένο Σάββατο νὰ πᾶμε στὸν π. Παῦλο. Ἡ μόνη μας διασκέδαση ἦταν ὁ π. Παῦλος καὶ τὸ κατηχητικό του. Μάλιστα, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸ ζῆλο μας, ἰδιαιτέρως τῶν παιδιῶν τῆς παρέας μας, καθιέρωσε ὡς ἔπαθλο κάθε πέντε παρουσίες νὰ μᾶς χαρίζει ἕνα μικρὸ βιβλίο μὲ ὡραῖες διδακτικὲς χριστιανικὲς ἱστορίες καὶ διηγήσεις. Ἐξυπακούεται ὅτι καὶ μὲ τὸ δῶρο αὐτὸ ὡς μικρὸ κίνητρο γιὰ τὴν ἀνελλιπὴ παρουσία στὸ κατηχητικό, ἀρχίσαμε κάποια παιδιὰ νὰ δημιουργοῦμε τὴν προσωπική μας βιβλιοθήκη. Ἕνα ἔξτρα κίνητρο ἀπὸ τὸν φωτισμένο κατηχητή μας π. Παῦλο νὰ ἀπασχολούμαστε καὶ ἐκτὸς τοῦ κατηχητικοῦ μὲ τὴν ἀπαραίτητη μελέτη. Στὸν π. Παῦλο ὀφείλουμε ὅλοι μας τὴν φιλομάθεια καὶ τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸ καλὸ χριστιανικὸ βιβλίο.

Δὲν ἔλειπαν φυσικὰ καὶ κάποιες ἐκδρομὲς ἀπὸ τὴν ποιμαντική του μέριμνα. Γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι κάποια ἀπὸ τὰ παιδιὰ τοῦ κατηχητικοῦ δὲν εἶχαν τὴν δυνατότητα ποτέ τους νὰ πᾶνε μιὰ ἐκδρομὴ ἐκτὸς τῆς Ὀρεστιάδας. Μᾶς πήγαινε στὴν Μονὴ Δαδιᾶς, στὰ Δίκαια καὶ ἀλλοῦ. Μιὰ προετοιμασία ἀπολύτως ὀργανωμένη. Ὁ ἴδιος φρόντιζε γιὰ ὅλα. Τὸ κύριο μέσο τῆς μεταφορᾶς μας ἦταν τὸ τρένο, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ὁ ἴδιος ταξίδευε συχνὰ γιὰ τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο. Ἀναμέναμε τὴν μεγάλη ἡμέρα τῆς ἐκδρομῆς μὲ σφοδρὴ ἐπιθυμία ὅλα τὰ παιδιά. Προηγοῦνταν κάποιες συναντήσεις γιὰ πνευματικὲς νουθεσίες καὶ γιὰ τὸν σωστὸ τρόπο τῆς συμμετοχῆς στὴν ἐκδρομή. Μᾶς δίδασκε πῶς πρέπει νὰ συμπεριφερόμαστε, ὅταν ταξιδεύουμε, μᾶς ἔλεγε ὅτι πρέπει ὅλοι ὅσοι μᾶς βλέπουν νὰ καταλαβαίνουν ὅτι δὲν εἴμαστε ἕνα σχολεῖο, ἀλλὰ ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ κατηχητικοῦ καὶ γενικὰ νὰ διδάσκουμε χωρὶς λόγια τοὺς ἄλλους καὶ μόνο μὲ τὸ παράδειγμά μας. Τι κρίμα ποὺ κάποιοι γονεῖς δὲν γνώριζαν γιὰ τὸ κατηχητικὸ τοῦ π. Παύλου! Σίγουρα θὰ ἔκαναν μιὰ πολὺ καλὴ ἐπένδυση χριστιανικῆς ἀγωγῆς γιὰ τὸ μέλλον τῶν παιδιῶν τους. Τὰ οἰκονομικῶς ἀδύνατα παιδιὰ ἔρχονταν δωρεάν. Τὰ τακτοποιοῦσε ὅλα ὁ π. Παῦλος. Οἱ ἐκδρομὲς τοῦ π. Παύλου μένουν ἀνεξίτηλα χαραγμένες μέσα στὶς ψυχές μας. Σὰν φθάναμε στὸν προορισμό μας, ὁ π. Παῦλος ἀμέσως μᾶς ἔκανε τὸ Ἁγιογραφικό του. Πρώτιστο μέλημά του ἦταν νὰ μᾶς δώσει τὴν πνευματικὴ τροφὴ κι ἔπειτα τὴν ὑλικὴ μὲ τὸν ὅσο γίνεται καλύτερο δυνατὸ τρόπο. Ἀκολουθοῦσε παιχνίδι, στὸ ὁποῖο συμμετεῖχε καὶ ὁ ἴδιος. Δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ συνεργάτες καὶ βοηθοί του στὸ ἔργο τῆς κατήχησης καὶ τῆς ἱεραποστολῆς του. Συνήθως ἦταν μορφωμένοι νέοι καὶ ἐπιστήμονες ποὺ εἴτε ἐρχόταν στὴν πόλη μας ὡς στρατιῶτες, ἤ ὡς διορισμένοι ἐκπαιδευτικοί. Ὅλοι μαζὶ γιὰ τὸν κοινὸ ἱεραποστολικὸ σκοπό. Κάποτε ἐνθυμοῦμε ὅτι κάναμε στὰ Δίκαια καὶ ἀθλοπαιδιές. Τί χαρὰ νιώθαμε τὰ παιδιὰ νὰ βλέπουμε τὸν π. Παῦλο νὰ τρέχει μαζί μας σὲ ἀγῶνες δρόμου 100 μέτρων! Μαζί μας ὁ π. Παῦλος χωρὶς νὰ χάνει τὴν πνευματική του ἀξιοπρέπεια γινόταν ἕνα μὲ ὅλους μας, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ μᾶς διδάξει τὸ θεαρέστως ζῆν. Ἀκολουθοῦσε στὴν ἐκδρομὴ τὸ γεῦμα. Ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς του θὰ παραμείνει ἀνεξίτηλα χαραγμένος μέσα στὴ μνήμη μας. Ὅταν προσηύχετο, ἄλλαζε κυριολεκτικὰ ἡ μορφή του. Γινόταν κάποια ἀλλαγὴ ἀκόμη καὶ στὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση τοῦ προσώπου του. Γαλήνευε καὶ ἡρεμοῦσε σὲ τέτοιο σημεῖο πού, ὅσο ἀναστατωμένος καὶ νὰ ἤσουν, σὲ προδιέθετε νὰ προσευχηθεὶς μαζί του. Καὶ πάντα προσπαθοῦσε νὰ κρύψει τὴν προσευχητική του ἀρετὴ ἀπ’ ὅλους μας. Ἀλλὰ πῶς νὰ κρύψει κανεὶς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου; Κατὰ τὸ γεῦμα ὁ καθένας μας εἶχε κάτι φαγώσιμο ἀπὸ τὸ σπίτι του. Ὁ π. Παῦλος συνήθως ἔτρωγε κάτι πολὺ λιτό, κάποιο κουλούρι ἤ λίγο ψωμί. Ποτέ μας δὲν τὸν εἴδαμε νὰ παρεκτρέπεται καὶ στὸ θέμα τῆς τροφῆς του. Γενικῶς ἦταν λιτοδίαιτος. Αὐτὸ τὸ πρόδιδε καὶ ἡ κορμοστασιά του. Ἡ θεωρία τοῦ προσώπου του φανέρωνε τὸ ἀσκητικὸ φρόνημά του καὶ πρόδιδε ἀκούσιά του τοὺς μυστικοὺς ἀγῶνες του. Προσωπικὰ διέκρινα ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια ὅτι ὁ π. Παῦλος ἦταν γενικῶς ἀϋπνος.

Μετὰ τὸ γεῦμα συνήθως μᾶς διάβαζε κάτι ἀπὸ κάποιο βιβλίο ποὺ μᾶς προσέλκυε τὴν προσοχή μας. Ἐπισκεπτόμασταν καὶ κάποια παρεκκλήσια. Ἐκεῖ μᾶς δίδασκε μὲ ποιὸ τρόπο στεκόμαστε μέσα στὸ ναό, πῶς ἀνάβουμε τὸ κερί μας, πῶς προσκυνοῦμε τὶς ἅγιες εἰκόνες. Καὶ ὅλα αὐτὰ μᾶς τὰ δίδασκε μὲ τὸ προσωπικό του χαριτωμένο παράδειγμα. Ὅταν πλησίαζε ἡ ὥρα τῆς ἀναχώρησης, ὅλα τὰ παιδιὰ λυπόμασταν ποὺ θὰ τελείωνε ἄλλη μιὰ εὐλογημένη ἐκδρομὴ μὲ τὸν π. Παῦλο. Ἡ ἐπιστροφή μας γινόταν μὲ τὴν ἴδια τάξη. Γίνονταν καὶ κάποιες παρεκτροπές, ἀλλὰ γιὰ μιὰ παιδικὴ ἐκδρομὴ ὅλα συγχωροῦνταν. Προσέχαμε νὰ μὴν στενοχωρήσουμε τὸν π. Παῦλο. Ἀκόμη κι ἄν φταίγαμε, ἐκεῖνος μὲ ἀγάπη μᾶς συμβούλευε καὶ προσπαθοῦσε νὰ μᾶς διορθώσει μὲ τὸν ἀγαπητικό του τρόπο. Ὅταν ἐπιστρέφαμε στὸν προορισμό μας καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποχωριστοῦμε, παίρναμε ἀπαραιτήτως τὴν εὐχή του καὶ μόνοι μας τοῦ λέγαμε τὸ «εὐχαριστῶ» καὶ ἀνανεώναμε τὸ ραντεβού μας γιὰ τὴν ἑπόμενη συνάντησή μας στὸ κατηχητικό.

Kάθε καλοκαίρι συνήθιζε νὰ πραγματοποιεῖ τὶς κατασκηνώσεις. Ἐμεῖς τὰ παιδιὰ τοῦ κατηχητικοῦ συμμετείχαμε ἀπαραιτήτως σ’αὐτὲς τὶς ὄμορφες καλοκαιρικὲς ἀποδράσεις μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ ἀκόμη περισσότερη χαρὰ ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ π. Παύλου. Οἱ προκατασκηνωτικὲς συναντήσεις εἶχαν μιὰ μορφὴ ἱεροτελεστίας. Μᾶς συμβούλευε πῶς νὰ εἴμαστε καλὰ παιδιὰ στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐνδιαφέρονταν ὅσο γίνεται νὰ συμμετέχουμε ὅλα τὰ παιδιά. Κάποιο παιδὶ ποὺ οἰκονομικὰ δὲν μποροῦσε νὰ καταβάλει τὰ πενιχρὰ ἔξοδα τῆς κατασκήνωσης τὰ ἔβαζε κρυφὰ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους ὁ ἴδιος ὁ π. Παῦλος καὶ συμβούλευε τὸ παιδὶ νὰ μὴν τὸ πεῖ σὲ κανέναν. Ὁ π. Παῦλος ἦταν πάντοτε καὶ ὁ συνοδός μας στὸ λεωφορεῖο ἤ στὸ τρένο. Συνήθιζε νὰ μᾶς πηγαίνει γιὰ κατασκηνώσεις στὴν Καβάλα, στὸν Ἅγιο Σίλα, ἐκεῖ ψηλά, ὅσο ζοῦσε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης πρ. Ἀλεξανδρουπόλεως κυρὸς Κωνστάντιος Χρόνης ἤ στὴν Νέα Πέραμο στὶς κατασκηνώσεις τοῦ ἀειμνήστου Σεβ. Μητροπολίτου Ἐλευθερουπόλεως κυροῦ Ἀμβροσίου. Δὲν παρέμεινε πάντοτε καθ’ ὅλην τὴν κατασκηνωτικὴ περίοδο κοντά μας, γιὰ τοὺς ἱεραποστολικούς του λόγους, ἀλλὰ μᾶς ἐπισκέπτονταν τακτικά γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τὰ ἁγιογραφικά. Οἱ ἐμπειρίες ποὺ ἀποκτήσαμε ἀπὸ αὐτὲς τὶς κατασκηνώσεις μᾶς συνοδεύουν μέχρι σήμερα.

Ἦταν ἀεικίνητος. Καὶ τώρα ποὺ μεγαλώσαμε ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ κατηχητικοῦ, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ποτέ του δὲν ξεκουράζονταν. Ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης θυσίας. Δὲν λογάριαζε τὸν ἑαυτό του, τὴν προσωπική του ξεκούραση, μπροστὰ στὸ πνευματικὸ ὄφελος τῶν ἄλλων συνανθρώπων του, ἰδιαιτέρως τῶν παιδιῶν ποὺ ἀνέλαβε προσωπικὰ διὰ τῆς κατηχήσεως καὶ ἐξομολογήσεως. Αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν πνευματική μας πορεία ποτέ του δὲν σταμάτησε. Ὀργάνωνε εὐκαιρίες καὶ μετὰ τὴν ἐφηβεία μας ὅταν μεγαλώσαμε νὰ μᾶς περιθάλπει μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν πατρική του στοργή.

Σὲ ὅλο τὸ διάβα τῆς πορείας μας μᾶς παρακολουθοῦσε μὲ τὴν διάκρισή του. Πάντα καὶ παντοῦ αἰσθανόμασταν τὴν προσευχητική του δύναμη. Χαιρόταν μὲ τὶς προόδους μας, ἔστω κι ἄν πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ἀλλάξαμε καὶ τόπο διαβίωσης. Εἶχε τὸν τρόπο του νὰ μαθαίνει γιὰ ὅλους μας. Ὅταν τὸν τηλεφωνούσαμε ἀπὸ μακρυά, ὄχι μόνον σοῦ μετέδιδε τὴν χαρὰ τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ αἰσθανόσουν ὅτι ὁ π. Παῦλος εἶναι ὁ ἀληθινός σου πατέρας καὶ ὁ γνήσιος ἄνθρωπος ποὺ ποτέ του δὲν προσδοκᾶ τίποτα ἀπὸ ἐσένα γιὰ τὸν Ἑαυτό του, ἀλλὰ ὅτι ἐνδιαφέρεται ἐντελῶς μὲ ἀνιδιοτέλεια. Κοντά του ἀνδρωθήκαμε πνευματικὰ πολλὰ παιδιὰ ποὺ ἐνδυθήκαμε τὸ ράσο. Δὲν τὸ κρύβω ὅτι ἡ καθ’ὅλα ζωή του μᾶς ἐπηρέασε θετικὰ στὴν ἐπιλογὴ τοῦ δρόμου μας. Μὲ τὴν ἴδια τὴν ζωή του μᾶς μετέδιδε «τὸ μυστήριον τῆς πίστεως ἐν καθαρᾶ συνειδήσει» (1 Τιμ. 3, 9). Πολλὰ παιδιὰ ποὺ γίναμε κληρικοὶ αἰσθανόμασταν τὴν πνευματική του προσευχή (π. Ἀθανάσιος Παπαδάκης στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ἐλευθερουπόλεως, π. Ἀθανάσιος Τσομπανίδης στὴν ἀρχὴ στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου καὶ ἀργότερα στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ἀλεξανδρουπόλεως, ὁ π. Χαρίτων Ριζιώτης στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ἀλεξανδρουπόλεως, ὁ π. Μιχαὴλ στὸ κελλίον «Βολιῶτες» στὴν Ἁγία Ἄννα Ἁγίου Ὄρους, ὁ π. Κάλλιστος στὴν Ἱερὰ Μονὴ Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, ὁ π. Γεώργιος Σοφοτάσιος στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Κιλκισίου). Σὲ ὅλες τὶς χειροτονίες μας βρέθηκε δίπλα μας, εἴτε ἔδωσε προσωπικὰ ὁ ἴδιος τὴ συμμαρτυρία τῆς ἱερωσύνης, εἴτε ὑπέγραψε ἐπὶ τῆς συμμαρτυρίας ὡς μάρτυρας καὶ ἐγγυητής. Προσωπικὰ γιὰ μένα ὑπεβλήθη σὲ μεγάλο κόπο νὰ παραστεῖ στὴ χειροτονία μου στὴν Ἀθήνα. Κι αὐτὸ τὸ θεωρῶ μεγάλη εὐλογία στὴν ἱερατική μου διακονία. Ἀλλὰ καὶ πάντα ὁ καλὸς κατηχητής, ποὺ μὲ κριτήριο μόνο τὴν πνευματική μας ἄνοδο ἐπληροφορεῖτο τὰ νέα τῆς ἱερατικῆς μας διακονίας, χαιρόταν ὅταν πλέον μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια θυσιαστικῆς διακονίας στὸν ἀκριτικό μας Ἕβρο νὰ βλέπει καὶ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του. Αὐτὴν τὴν ἀνιδιοτελὴ ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ ποίμνιο τῆς ἀκριτικῆς μας Μητροπόλεως ἐκτίμησαν κατὰ καιροὺς καὶ πολλοὶ ἐπίσκοποι. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ π. Παῦλος ἔχαιρε τῆς μεγάλης ἀγάπης καὶ ἐκτιμήσεως τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης (πρ. Σεβ. Μητρ. Ἀλεξανδρουπόλεως) κ.κ. Ἀνθίμου μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ π. Παῦλος συνεργάσθηκε πάλιν καὶ πολλάκις. Σιγὰ σιγὰ ὁ π. Παῦλος ἔγινε ἕνα ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ζωῆς μας. Ὅλη μας ἡ ζωὴ κινοῦνταν μὲ βάση τὸ κατηχητικὸ πρόγραμμα. Ἀκόμη καὶ κάποιες ἀπαραίτητες οἰκογενειακὲς ἔξοδοι ποὺ ἔπρεπε ἀπαραιτήτως νὰ γίνουν, ἔπρεπε νὰ ὁρίζονται μετὰ τὸ κατηχητικό. Κοντά του μάθαμε καὶ τὸ εὐλογημένο μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Σὲ κάποιο κατηχητικὸ μάθημα μᾶς μίλησε γιὰ τὸ πρωτόγνωρο σὲ ὅλους μας μυστήριο τῆς μετανοίας. Ἄπειρα τὰ παραδείγματα μέσα ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἁγίων γιὰ τὴν ἀξία τῆς μετανοίας. Τελικὰ ἦρθε ἡ πρώτη αὐτὴ συνάντηση. Ἔπρεπε νὰ ἐξομολογηθοῦμε. Πηγαίναμε σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς μέσα αἴθουσας τοῦ κατηχητικοῦ, εἴτε στὸ πρῶτο κατηχητικὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἐμμανουὴλ Ρήγα 43 & Ἀδριανουπόλεως, ἔπειτα σὲ ἄλλη αἴθουσα στὴν ὁδὸ Ἁγ. Θεοδώρων 106 σὲ ἰδιοκτησία τοῦ κ. Χρήστου Ζηλιασκόπουλου καὶ ἀργότερα ὅταν ἔγινε ἡ αἴθουσα τῆς Θείας Οἰκοδομῆς στὴν ὁδὸ Ἁγ. Θεοδώρων 91 (ποὺ βρισκόμαστε σήμερα) Ὀρεστιάδος πηγαίναμε καὶ ἐξομολογούμασταν μικροὶ μεγάλοι στὸ λιτὸ καὶ ἀπέριττο γραφεῖο του. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ π. Παῦλος κατὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως ἀφοῦ πρῶτα ἔβαζε εὐλογώντας μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ του τὸ ἐπιτραχήλιό του ἔκανε τὴν ἀπαραίτητη προκαταρκτικὴ προσευχὴ κι ἔπειτα καθόταν στὸ γραφεῖο του ἔχοντας τὸ κεφάλι του σκυμμένο. Ποτὲ δὲν σήκωνε τὸ κεφάλι του γιὰ νὰ περιεργαστεῖ, ποτέ του δὲν ἔκανε μορφασμοὺς ἐκπλήξεως ἤ θυμοῦ σὲ ὅσα κι ἄν ἄκουγε. Ὁ λόγος του κατὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως ἦταν λιτός, συμβουλευτικὸς καὶ ἐνθαρρυντικός. Μὲ πολλὴ διάκριση συνεβούλευε τὸν ἐξομολογούμενο, ὄχι ἐπιβάλωντας, ἀλλὰ μάλλον φέρνοντας στὸ φιλότιμο τὸν ἐξομολογούμενο. Σὰν παιδιὰ ποὺ εἴμασταν μᾶς δίδασκε νὰ προσέχουμε τὴ ζωή μας, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ σεβόμαστε τοὺς γονεῖς μας, νὰ μὴν τοὺς στενοχωροῦμε, νὰ μὴν ἀπουσιάζουμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, νὰ κάνουμε καλὰ ἔργα, νὰ μελετοῦμε ἰδιαιτέρως τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔκανε πολλὲς φορὲς δῶρο σὲ πνευματικά του παιδιά, τὸ Βιβλίο τῶν βιβλίων, τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ ἴδιος ἀγαποῦσε τόσο πολὺ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ πολλὲς φορὲς ὡς παιδιὰ ποὺ εἴμασταν πηγαίναμε αἰφνίδια νὰ τὸν συναντήσουμε στὸ γραφεῖο του καὶ τὸν βλέπαμε νὰ μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ συνέβαινε πολλὲς φορές. Μετὰ ἀπὸ χρόνια κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς καταλάβαμε ὅτι ὁ π. Παῦλος βίωνε τὸν Ἁγιογραφικὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξ αὐτοῦ γινόταν σὲ ὅλους μας μιὰ συνεχῶς φωτεινὴ παρουσία τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, στὴ ζωή μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσα γράφει ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος γιὰ τὸ χαρακτήρα τοῦ κληρικοῦ ἔβρισκαν ἐφαρμογὴ στὸ πρόσωπό του.

Οἱ συμβουλές του ἀρύονταν ἀπὸ τὸ ἀπύθμενο θησαυροφυλάκιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Οἱ τελικές του συμβουλὲς ἦταν ἀπόσταγμα τῆς ἀρετῆς τῆς διακρίσεώς του. Ποτέ του δὲν σὲ ἐπέβαλε. Πότε του δὲν σὲ ἀνάγκαζε. Κι αὐτὴν τὴν ἀρετή του πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς, ἄγευστοι τῆς πνευματικῆς προκοπῆς, τὴ λογίζαμε ὡς ἀδυναμία. Ἴσως καὶ κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μὴν καταλαβαίναμε ἀπολύτως τὴν δύναμη τῆς ἀνοχῆς τοῦ ἀνδρός, ποὺ ἀπεδείκνυε περίτρανα ὅτι συμπάσχει μετὰ τῶν χαιρόντων χαιρόμενος καὶ μετὰ τῶν λυπούντων θλιβόμενος.

Ἄλλοτε πάλι ἐτόνιζε τὴ μεγάλη σημασία τῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ποτέ του δὲν τόνιζε νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι ὑπακοὴ πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ τὴν ὑπακοὴ μᾶς τὴ μετέδιδε νὰ τὴν ἐφαρμόζουμε μόνον πρὸς τὸ Θεό μας. Εἶχε ἐπίσης τὴν ἀρετὴ νὰ κρατάει μεταξὺ καὶ τῶν πιὸ πιστῶν συνεργατῶν του τὴν καλῶς νοούμενη ἀπόσταση. Ποτὲ δὲν ἄφηνε τὸν ἑαυτό του νὰ ἐκδηλώνεται ἤ νὰ ἐκφράζεται σὲ προσωπικά του θέματα πρὸς τοὺς συνανθρώπους του. Ἔζησε θὰ λέγαμε μιὰ ζωὴ μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς ξενιτείας. Ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε κάτι ἐντελῶς προσωπικὰ δικό του. Οὔτε ποτὲ δέθηκε μὲ ὑλικὰ πράγματα. Ὁ π. Παῦλος ἀρκοῦνταν καὶ στὸν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου λόγο: «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (1 Τιμ. 6, 8). Πάντως κεντρικὸ σημεῖο τῆς ἱεραποστολικῆς του δράσης ἦταν νὰ ἐγκεντρίσει ὅσους γίνεται περισσότερο πιστοὺς στὴν καλλιέλαιο ἁγία μας Ἐκκλησία, σωστὰ καὶ ὀρθόδοξα. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔδιδε μεγάλη σημασία πρῶτα στὸν τακτικὸ καὶ ἀνελλιπὴ ἐκκλησιασμό, δεύτερον στὴν τακτικὴ καὶ ἐμπροϋπόθετη συμμετοχὴ στὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ τρίτον στὸν συνεχὴ καταρτισμὸ καὶ τὴν ἀπαραίτητη μελέτη τοῦ θείου Λόγου. Στὸ τρίπτυχο αὐτὸ νομίζω ὅτι ἀκολουθοῦσε πιστὰ τὴν κολλυβαδικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε καὶ περίοδο σημαντικοῦ σταθμοῦ στὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας σὲ ὅτι ἀφορᾶ τὴν ἐπαναφορὰ τῶν πιστῶν στὸν ὀρθὸ παραδοσιακὸ τρόπο ζωῆς, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ δυτικὲς ἐπιρροὲς καὶ ἀλλοιώσεις. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ π. Παῦλος χρησιμοποιοῦσε ὡς ἐφαλτήριο γιὰ τὴν ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου σχεδίου τὸ ἱερὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἔδιδε τακτικὰ πνευματικοὺς κανόνες γιὰ ὅλα τὰ παραπάνω. Μᾶς διηγήθηκε μιὰ κυρία ἡ Ε. Χ. ὅτι ὅταν ἐξομολογήθηκε στὸν π. Παῦλο τῆς ἐπέβαλε ὡς κανόνα νὰ κοινωνάει τακτικὰ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας. Σημειωτέον ὅτι τὸ παραπάνω πνευματικὸ τρίπτυχο ἔφερε μεγάλη πνευματικὴ ἄνθιση στὸν ἀκριτικὸ Ἕβρο, καρποὺς τοὺς ὁποίους σήμερα μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε. Καὶ μόνο γι’ αὐτὴν τὴν ἱεραποστολική του πνευματικὴ κίνηση μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε τὸν π. Παῦλο νεοκολλυβά.

Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κάποιες φορὲς μὲ ἔπαιρνε στὸ σπίτι ποὺ ἐνοικίαζε στὴν ὁδὸ Κων/πόλεως, δίπλα στὸ φοῦρνο τοῦ Ἀζορίδη, τὸ πόσο λιτὸ καὶ ἀπέριττο ἦταν. Μιὰ ταπεινὴ καὶ παλαιὰ ἰσόγεια μονοκατοικία, σήμερα ἔγινε πολυκατοικία. Συνήθως μᾶς περνοῦσε μέσα στὴν ὑποδοχή (δηλ. στὸ πρῶτο δωμάτιο ἀπὸ τὴν κεντρικὴ πόρτα) καὶ μέχρις ἐκεῖ, μὲ ἀνοιχτὴ διάπλατα πάντα τὴν ἐξωτερικὴ πόρτα. Ἀφοῦ μᾶς ἔδιδε κάτι ποὺ μᾶς χρειάζονταν ἤ παίρναμε κάτι πρὸς διεκπεραίωσιν, π.χ. κάποια εἰδικὴ ἀποστολή, μᾶς ἐπρόσφερε ἕνα σοκολατάκι ἤ μιὰ καραμέλα ὡς ἀνταμοιβὴ τοῦ κόπου μας. Προσωπικὰ καταθέτω σήμερα στὴν ἀγάπη ὅλης τῆς ὁμηγύρεως ὅτι πολλὲς φορὲς μοῦ ἔδιδε φακέλλους μὲ χρήματα καὶ τὰ πήγαινα σὲ φτωχὲς οἰκογένειες. Αὐτὸ ἦταν τὸ κοινό μας μυστικό. Ποτὲ δὲν θὰ τὸ ἀνακοίνωνα, ἀλλὰ τώρα μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ ἐπισκόπου μας ἀναγκάζομαι νὰ ἐκθέσω ὅλα ὅσα ξέρω, πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ παράδειγμα πρὸς μίμησιν. Ὅπως ἐπίσης καταθέτω στὴν ἀγάπη Σας καὶ τὴν ἀκόλουθη μαρτυρία. Ὅταν τελείωνε ἡ ἐξομολόγηση ὁ π. Παῦλος μᾶς διάβαζε τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ πάντα μὲ τὸ γνώριμο χαμόγελο στὸ πρόσωπό του. Ἕνα χαμόγελο ποὺ σοῦ ἔδιδε θάρρος καὶ μεγάλη ἀποφασιστικότητα γιὰ διόρθωση καὶ μετάνοια. Τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων ἐνθυμοῦμαι τὸν π. Παῦλο νὰ συντονίζει ἐκτὸς τοῦ κηρυκτικοῦ-λειτουργικοῦ ἔργου του καὶ τὸ φιλανθρωπικό. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ὅλα ἐμεῖς τὰ παιδιὰ τῶν κατηχητικῶν συντονιζόμασταν σχετικὰ μὲ τὸ ἔργο αὐτό. Μέσα στὸ ὅλο κατηχητικὸ καὶ διδακτικό του ἔργο ἦταν νὰ μᾶς προτρέπει σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας, νὰ ἐπισκεπτόμαστε πτωχοὺς καὶ ἀσθενεῖς. Ἔτσι ἐπηρεασμένοι πάντοτε πρὸς τὸ καλὸ συστήναμε ὁμάδες ἤ καὶ ἀτομικὲς πρωτοβουλίες καὶ ἐπισκεπτόμασταν εὐκαίρως ἀκαίρως τὸ νοσοκομεῖο Διδυμοτείχου (δὲν ὑπῆρχε τότε τὸ ΕΣΥ τῆς πόλεώς μας) καὶ μοιράζαμε σὲ ἀσθενεῖς καὶ μὴ περιοδικά, εἰκόνες, βιβλία, χριστιανικὰ φυλλάδια. Μᾶς ἐνέπνευσε σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ νομίζαμε ὅτι γινόμασταν ἱεραπόστολοι στὴν ἴδια τὴ χριστιανικὴ πατρίδα μας.

Θὰ μείνει ἀξέχαστη σὲ ὅσους εἴμασταν κοντά του ἡ προετοιμασία καὶ ὁ προγραμματισμὸς τοῦ π. Παύλου γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ὡς γνωστὸν δὲν ἐξομολογοῦσε μόνο στὴν Ὀρεστιάδα, ἀλλὰ περιέρχονταν ὁλόκληρη τὴν ἐπαρχία τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως. Τὸ ἱερὸ μυστήριο τὸ ἐπιτελοῦσε πάντοτε μὲ πρόγραμμα ποὺ ἐξέδιδε ὁ ἴδιος καὶ τὸ ἀνακοίνωνε πάντα στὸν ἑκάστοτε Μητροπολίτη Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου, πράξη ποὺ δείχνει τὸν ἀπόλυτο σεβασμό του πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλὰ καὶ τὴν τήρηση τῆς κανονικῆς τάξεως ὅλων τῶν διαπραττομένων μυστηρίων ποὺ τελοῦσε. Ἤθελε ὅλα νὰ ἔχουν τὴν εὐλογία τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου. Ἀκόμη κι ἄν ἔπρεπε νὰ μεταβεῖ σὲ περίοδο κατασκηνωτικῆς περιόδου ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, πάντοτε διέπραττε τὸ αὐτονόητο γιὰ κάθε κληρικό, νὰ λαμβάνει ἐκτὸς τῆς ἀδείας τοῦ οἰκείου του ἐπισκόπου καὶ τὴν ἄδεια τοῦ ἄλλου ἐπισκόπου, τὴν ἐπαρχία τοῦ ὁποίου θὰ ἐπισκέπτονταν. Ποτέ του δὲν ἐπισκέφθηκε ἄλλη μητρόπολη χωρὶς νὰ ἐνημερώσει τὸν ἐπίσκοπό της. Ἐπίσης τὴν προγραμματισμένη του ἐξομολόγηση ἐκτὸς τοῦ ἐπισκόπου του τὴν ἐνημέρωνε καὶ γραπτῶς καὶ προφορικῶς στὸν ἐφημέριο τῆς ἐνορίας ποὺ θὰ ἐπισκεπτόταν. Σημειωτέον ὅτι οἱ μετακινήσεις του ἦταν ἐκ τοῦ προσωπικοῦ του βαλαντίου. Δὲν ὑπολόγιζε ἄσχημα καιρικὰ φαινόμενα ἤ ἀκόμη καὶ τὰ χιόνια τῆς περιοχῆς μας. Εἶχε ἀνεπτυγμένη μέσα του μιὰ ἀνώτερη εὐαισθησία γιὰ τὴν τήρηση τοῦ προγράμματός του. Χρησιμοποιοῦσε τὰ μέσα μαζικῆς μεταφορᾶς, λεωφορεῖα καὶ τρένα. Δὲν εἶχε αὐτοκίνητο. Κάποιες φορὲς δεχόταν τὶς φιλόφρονες διαθέσεις κάποιων πνευματικῶν ἀνθρώπων γιὰ τὶς μετακινήσεις του. Σίγουρα ἦταν μιὰ ἰδιαίτερη εὐλογία γιὰ ὅποιον τὸν μετέφερε μὲ τὸ αὐτοκίνητό του. Ἡ στάση του ὡς συνοδηγὸς ἦταν ὑποδειγματικὴ καὶ ἐξέπεμπε στὸν συνοδοιπόρο του ἀκόμη περισσότερο σεβασμὸ καὶ τιμή. Μάλλον, ὅσοι εἶχαν τὴν εὐλογία νὰ τὸν μεταφέρουν μὲ τὸ αὐτοκίνητό τους, αἰσθάνονταν ὑποχρεωμένοι καὶ εὐχαριστημένοι, παρὰ τὶς πολλὲς εὐχαριστίες τοῦ π. Παύλου. Πόσες φορὲς τὸν βλέπαμε μετὰ ἀπὸ μιὰ περιοδεία του νὰ εἶναι κάπως στενοχωρημένος. Σὲ ἐπιμονή μας νὰ μᾶς πεῖ κάτι τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἔλεγε εἶναι ὅτι «ἐνῶ πήγα στὸ τάδε χωριὸ δὲν προσῆλθε κανεὶς ἀπὸ τοὺς κατοίκους γιὰ ἐξομολόγηση ἤ προσῆλθε μόνον ἕνας πιστός, γιατὶ ὁ ἐφημέριος ξέχασε νὰ ἐνημερώσει τὸ ποίμνιό του». Καὶ αὐτὸ τὸ ἔλεγε μὲ ἕναν τρόπο χωρὶς γογγυσμό, χωρὶς νὰ κάνει κάτι ποτέ του νὰ ἐκθέσει στὸν ἐπίσκοπο τὴν ἀδιαφορία κάποιων ἐφημερίων. Προτιμοῦσε νὰ καταπίνει τέτοιες κακὲς συμπεριφορές, ποτέ του ὅμως δὲν ἀνέφερε τίποτα καὶ ἐναντίον κανενὸς ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς στὴν ἀνωτέρα του ἀρχή. Ὅλους τοὺς ἀγαποῦσε καὶ χωρὶς νὰ προσδοκᾶ ποτέ του κάτι ἀπὸ κανέναν. Ποτέ του δὲν ἐπέπληξε κανέναν συμπρεσβύτερό του, γιατὶ ἀκολουθοῦσε πιστὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Πρεσβυτέρῳ μὴ ἐπιπλήξῃς, ἀλλὰ παρακάλει ὡς πατέρα, νεωτέρους ὡς ἀδελφούς, πρεσβυτέρας ὡς μητέρας, νεωτέρας ὡς ἀδελφὸς ἐν πάσῃ ἁγνείᾳ» (1 Τιμ. 5, 1-3). Ἔλεγε τὸ σωστὸ ὅταν ἐπικοινωνοῦσε μαζὶ καὶ μὲ τοὺς πιὸ ἀδιάφορους κληρικούς, χωρὶς ποτὲ νὰ τοὺς κατακρίνει. Ποτὲ δὲν ἀκούσαμε κοντά του, ὅσα χρόνια εἴμασταν δίπλα του νὰ κατακρίνει κανέναν. Παρόλο ποὺ πολλὲς φορὲς ἐπισκεπτόμενος ἕνα χωριὸ εὕρισκε νὰ τὸν περιμένει μιὰ ψυχὴ γιὰ ἐξομολόγηση, δὲν φειδόταν κόπους καὶ ἔξοδα γιὰ νὰ ξαναεπισκεφθεῖ ἔστω καὶ γιὰ μιὰ ψυχὴ ἐκεῖνο τὸ χωριό. Γενικῶς τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως τὸ τελοῦσε μετὰ πολλῆς χαρᾶς καὶ προθυμίας. Ποτέ του δὲν στέρησε σὲ κανέναν τὴ χαρὰ νὰ τὸν ξελαφρώσει μὲ τὸ μυστήριο. Ἰδιαιτέρως τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ δὲν ἀναπαυόταν σχεδὸν καθόλου. Ἦταν μονίμως σὲ κίνηση νὰ μὴν ἀφήσει καμιὰ ψυχὴ ἀνεξομολόγητη. Ὑπάρχει σχετικὴ μαρτυρία ὅτι κάποτε δύο κοπέλλες ἀπὸ τὴν Ὀρεστιάδα, φοιτήτριες στὴ Θεσσαλονίκη ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν στὴν πόλη μας λόγῳ οἰκονομικῆς στενότητος γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν, ὁδήγησαν τὸν π. Παῦλο νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ τὶς ἐξομολογήσει. Αὐτὴ ἡ πράξη του δείχνει τὸ μέγεθος καὶ τὴ διάσταση τῆς πνευματικῆς του πατρότητος. Ὁ π. Παῦλος δὲν περνοῦσε πάντοτε καλὰ καὶ ρόδινα. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀναφέρεται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας ποὺ λέει ξεκάθαρα ὅτι «οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν διωχθήσονται». Καὶ ὁ π. Παῦλος κάποια διαστήματα τῆς διακονίας του στὴν Ἱερὰ Μητρόπολή μας πέρασε διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου. Δέχθηκε περιφρονήσεις, κατατρεγμούς, ὁνειδισμοὺς καὶ πολλὲς περιπέτειες. Κυρίως ὅμως οἱ περιπέτειες αὐτὲς προέρχονταν ἀπὸ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα. Κάποιοι ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπιθυμοῦσαν μὲ τίποτα ὄχι μόνον νὰ μὴν τὸν ἀκοῦν, ἀλλὰ δὲν ἤθελαν οὔτε καὶ νὰ τὸν βλέπουν. Τοῦ δημιουργοῦσαν κάποια προβλήματα καὶ δὲν ἤθελαν οὔτε νὰ συλλειτουργήσουν μαζί του. Δὲν ἤθελαν νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμά του. Ἄλλες φορὲς τὸν συκοφαντοῦσαν ἄδικα. Ἄλλοι κληρικοὶ ἔφθαναν στὸ σημεῖο νὰ τοῦ λένε ὅτι ἐμεῖς δὲν σὲ θέλουμε ἄλλη φορὰ νὰ ἔλθεις στὸ ναό μας. Κάποια ἐποχὴ διώκονταν γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πόλη μας. Ὅλες αὐτὲς τὶς ταλαιπωρίες τὶς ὑπέμεινε καρτερικὰ καὶ πάντα προσευχητικά.

Ἐνθυμοῦμαι κάποτε ἕνα σκηνικὸ ποὺ συνέβη πιθανὸν κατὰ λάθος μπροστά μου καὶ μάλιστα μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα. Προσέρχεται ὁ π. Παῦλος γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ καὶ ὁ ἐφημέριος τοῦ ναοῦ ἀντὶ νὰ τὸν καλωσορίσει τοῦ ἐπιτίθεται φραστικὰ καὶ γιὰ κανέναν ἀπολύτως λόγο λέγοντάς του «ἐμεῖς δὲν θέλουμε κηρύγματα». Ὁ π. Παῦλος δὲν ἀπήντησε στὴν ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ τοῦ κληρικοῦ, ἀλλὰ κάθησε σὲ μιὰ γωνιὰ σὰν ξένος λειτουργήθηκε καὶ στὸ τέλος ἀποχώρησε χωρὶς νὰ τὸ σχολιάσει αὐτὸ ποτὲ σὲ κανέναν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειώσω στὴν ἀγάπη σας, ὅτι καὶ κάποιες ἄλλες φορὲς ἡ ἀδιαφορία τῶν κάποιων κληρικῶν γιὰ τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ π. Παύλου ἦταν προμελετημένη καὶ προκατειλημμένη. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὁ π. Παῦλος ἀποχωροῦσε προσευχόμενος καὶ περισσότερο ταπεινὸς ποὺ ἀπὸ τὴ φύση του ἤ μάλλον ἀπὸ τοὺς κρυφοὺς ἀγῶνες του ἦταν προικισμένος.

Ζοῦσε μέσα σὲ πόλη, στὴν Ὀρεστιάδα μας. Θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει πολλὲς καὶ ποικίλες ἀνέσεις. Ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεώς μας ὄχι μόνον τὸν ἀγαποῦσαν, ἀλλὰ περισσότερο τὸν σέβονταν. Ὁ π. Παῦλος ὅμως ζοῦσε ἀσκητικά. Τὸν ἐνθυμοῦμαι κάποιους χειμώνες νὰ κουβαλάει μὲ τὸ μπετονάκι του τὸ πετρέλαιο γιὰ τὴ θερμάστρα του. Ἐμεῖς πρόθυμα παιδιὰ τρέχαμε νὰ τὸν βοηθήσουμε. Ἐκεῖνος τὸ ἀρνοῦνταν γιὰ νὰ μὴν τὸν στενοχωρέσουμε. Ἐὰν ὅμως δὲν κατάφερνε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὶς πιέσεις μας, τότε ὅταν φθάναμε στὸ σπίτι του, μᾶς ἀντάμειβε γιὰ τὸν κόπο μας μὲ κάτι πνευματικό. Μᾶς ἔδιδε ἕνα βιβλίο, ἕνα φυλλάδιο, ἕνα περιοδικό. Πόσες φορὲς ὅμως ἄναβε τὴ θερμάστρα του εἶναι ἄλλο αἴνιγμα. Σχετικὰ μ’αὐτὸ ὑπάρχει μαρτυρία κάποιου πνευματικοῦ του τέκνου Χ.Ρ. ὅτι κάποτε μέσα στὸ καταχείμωνο καὶ μὲ χιονιά, ἡμέρα Σάββατο ὁ π. Παῦλος κάλεσε τὸ πνευματικό του παιδὶ καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ περάσει ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάρει τὸ μπετονάκι γιὰ νὰ πάει νὰ ἀγοράσει πετρέλαιο καὶ νὰ πάει ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀνάψει τὴν θερμάστρα στὸ κατηχητικό. Ὁ νέος ὅταν πῆγε στὸ σπίτι τοῦ π. Παύλου διεπίστωσε ὅτι ὁ π. Παῦλος δὲν ἔκαιγε τὴ θερμάστρα στὸ σπίτι του, παρόλο ποὺ ἔκανε πολὺ κρύο. Τὰ χνῶτα τους πρόδιδαν τὸ πολὺ κρύο ποὺ ὑπῆρχε μέσα στὸ σπίτι. Τότε ὁ νέος τοῦ εἶπε: «π. Παῦλε πῶς ἀντέχετε μὲ τέτοιο κρύο μέσα στὸ σπίτι;» καὶ ὁ ταπεινὸς π. Παῦλος τοῦ εἶπε ἀμήχανα: «Ε, ἐγὼ ἕνας ἄνθρωπος μόνος νὰ βάλω τὴ θέρμανση!». Ὁ π. Παῦλος εἶχε ριγμένα πάνω του κάποια χονδρὰ ροῦχα! Προτιμοῦσε τὰ χρήματα γιὰ τὸ πετρέλαιο νὰ τὰ διαθέσει γιὰ τὴ ζέστη τῶν παιδιῶν τοῦ κατηχητικοῦ, παρὰ νὰ τὰ ξοδέψει γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ὑπῆρξε δὲ μιὰ μαρτυρία γυναικὸς Ε.Μ.Χ. ποὺ τὸν εἶδε παραμονὴ τοῦ Πάσχα σὲ γνωστὸ ζαχαροπλαστεῖο τῆς πόλεώς μας νὰ ἀγοράζει ἕνα γιαουρτάκι, προκειμένου νὰ περάσει τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα! Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἐξέπεμπε ὁ ἴδιος ἦταν καὶ ὁ ἀσκητικὸς τρόπος τῆς ζωῆς του. Ἐνῶ ὡς ἱεροκήρυξ εἶχε τὸ μισθό του, ποτὲ αὐτὸς δὲν ἔμενε φυλαγμένος. Δὲν εἶχε προσωπικές καταθέσεις. Ὅταν τελείωνε ὁ μῆνας, δὲν ὑπῆρχαν χρήματα στὸ πορτοφόλι του. Ζοῦσε τὴν ἀνεστιότητα σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο της. Θὰ λέγαμε ὅτι ἦταν ἕνας ἀσκητής μέσα στὴν πόλη. Στὴν κατοχή του εἶχε ἕνα ράσο χειμωνιάτικο κι ἕνα καλοκαιρινό. Ἱερατικὴ στολὴ εἶχε μία λευκὴ μὲ σταυρουδάκια. Κάποτε ποὺ κάποιο πνευματικό του παιδὶ τοῦ χάρισε μία ἱερατικὴ στολή, ἀμέσως τὴν ἔκανε δῶρο σὲ κάποιον Ὀρθόδοξο Βούλγαρο ἱερέα. Ἐπιστήθιος σταυρός ἕνας. Κάποτε, ὅταν συμμετεῖχε στὸ μνημόσυνο τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου κυροῦ Κων/νου στὴν Ἀθήνα, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Σεβασμιωτάτου τοῦ δώρησε ἕναν ἐπιστήθιο σταυρὸ τοῦ ἀειμνήστου πρὸς μνήμην ἐνθύμιον τοῦ κεκοιμημένου Γέροντος, τὸν ὁποῖο εἶχε διακονήσει ὁ π. Παῦλος. Ὅταν ὁ π. Παῦλος ἐπέστρεψε στὴν πόλη μας καὶ μετεῖχε σὲ μιὰ λειτουργικὴ εὐκαιρία σὲ ναὸ τῆς πόλεώς μας, ἐφόρεσε τὸν ἐπιστήθιο σταυρὸ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου μας. Τότε ἕνας ἱερέας αὐθόρμητα τὸν πλησιάσε καὶ πειρακτικὰ μάλλον τοῦ εἶπε: «Καινούργιο σταυρὸ π. Παῦλε;». Αὐτὸ ἦταν, ὁ π. Παῦλος ὄχι μόνον δὲν τὸν ξαναφόρεσε, ἀλλὰ καὶ ὡς φαίνεται αἰσθάνθηκε ὅτι ἐσκανδάλισε τὸν ἱερέα. Ἔβαλε τὸν σταυρὸ στὸ κουτί του καὶ τὸν χάρισε σὲ κάποιο πνευματικό του παιδὶ ποὺ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ Ἀρχιμανδρίτης. Ἐπίσης ἡ τσάντα του ἦταν ἡ ἴδια ὅσα χρονιὰ τὸν γνωρίζαμε. Πάντα κυκλοφοροῦσε μὲ ἕναν μαύρο φάκελλο στὰ χέρια του. Ποτέ μας δὲν τὸν εἴδαμε νὰ κυκλοφορεῖ χωρὶς αὐτὴν τὴν τσάντα. Στὸ σπίτι του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κων/πόλεως στὸ ξεκίνημα τῆς ἱεραποστολικῆς του διακονίας στὴν ἀκριτικὴ Μητρόπολή μας διέμενε καὶ ἡ ἀείμνηστη χήρα μητέρα του ἡ κυρὰ Γεωργία. Ἐπρόκειτο, γιὰ ὅσους ἀπὸ τοὺς συμπολίτες μας τὴν γνώρισαν, περὶ μιᾶς ἁγίας καὶ ἐναρέτου γυναίκας. Ἐγὼ προσωπικὰ δὲν τὴν γνώρισα, ἀλλὰ ὁ τόπος μικρὸς τότε, ἄκουσα πολλὰ γι’ αὐτήν, γιὰ τὸ ἀκέραιο καὶ ἐνάρετο ἦθος καὶ τὴν καλοσύνη της. Ὅμως ἐνθυμοῦμαι τὸν τάφο της ποὺ ἦταν ἀκριβῶς μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ κοιμητηρίου. Ἐκεῖ συναντοῦσα κάποιες φορὲς σὲ ὧρες ποὺ τὸ Κοιμητήριο δὲν εἶχε ἐπισκέπτες, λόγω τῆς ἐργασίας τοῦ πατέρα μου (γραφεῖο τελετῶν) τὸν π. Παῦλο νὰ τελεῖ μόνος του Τρισάγιον ἐπὶ τοῦ τάφου τῆς μητρός του. Ὁ τάφος ἦταν ἀπέριττος, γυμνὸς ἀπὸ περίτεχνα στολίσματα καὶ μάρμαρα. Εἶχε τοποθετήσει ὁ π. Παῦλος ἕνα μαῦρο σιδερένιο σταυρό, ὅπως συνηθιζόταν τὰ χρόνια ἐκείνα νὰ κατασκευάζουν οἱ σιδεράδες τῆς πόλης μας καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπῆρχε μπογιατισμένο τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του «Γεωργία Καββαδία». Κάποια χρονιὰ ὁ π. Παῦλος ἀποφάσισε νὰ κάνει τὴν ἐκταφὴ τῆς μητέρας του καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ παρήγγειλε στὸν πατέρα μου ποὺ γνώριζε τὴν ξυλουργικὴ τέχνη νὰ τοῦ ἑτοιμάσει ἕνα ξύλινο κιβώτιο γιὰ τὰ ἱερὰ λείψανα. Μαζὶ μὲ τὸν π. Παῦλο ἀξιώθηκα κι ἐγὼ νὰ παρίσταμαι στὴν ἐκταφὴ τῆς μητέρας του. Ἦταν ἀπὸ τὶς έλάχιστες φορὲς ποὺ ἀξιώθηκα νὰ βλέπω ἀπὸ κοντὰ τὸν π. Παῦλο σὲ μιὰ προσωπική του στιγμή. Ἐτέλεσε πρῶτα τὸ Τρισάγιον. Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν προσωπική του τσάντα τὸ πετραχήλι του κι ἀφοῦ τὸ εὐλόγησε καὶ τὸ φόρεσε ἔβαλε τό «Εὐλογητός». Ὅλοι μας στέκαμε κοντά του προσευχόμενοι. Ἦταν ἀδύνατον νὰ ἀδιαφορήσει κανείς μας ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς προσευχῆς του. Ἀφοῦ τέλειωσε μὲ τὸ Τρισάγιον μὲ πᾶσα εὐλάβεια ποὺ τὸν διέκρινε στὴν ἀρχὴ παρακολουθοῦσε ἐν σιωπῆ καὶ προσευχῆ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐκσκαφέως τεκταινόμενα. Ὅταν ἔφθασε ἡ ἀξίνα στὸ λείψανο τῆς μητέρας του, τότε ὁ π. Παῦλος ἄρχισε μὲ πολλὴ προσοχὴ νὰ συλλέγει τὰ λείψανα. Τὸν βλέπαμε ὅλοι μας μὲ πόση προσοχὴ καὶ δέος συγκέντρωνε τὰ γυμνὰ ὁστὰ στὸ πανέρι τῆς ἐκταφῆς. Βλέποντας τὸν π. Παῦλο νὰ κάνει αὐτὸ τὸ ἔργο, αὐθόρμητα γονάτισα κι ἐγὼ καὶ συμμετεῖχα ἐνεργὰ στὴ συγκέντρωση τῶν λειψάνων. Ἀφοῦ τελειώσαμε μὲ τὴν ἐκταφὴ κι ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν ὅλα τὰ ὁστὰ τότε ὁ π. Παῦλος τὰ ἔπλυνε ἕνα ἕνα μὲ νερὸ καὶ κρασὶ ἔπειτα τὰ σκουπίσαμε μὲ καθαρὲς πετσέτες καὶ τὰ τοποθετήσαμε στὸ κιβώτιο-λειψανοθήκη. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὁ π. Παῦλος προσωπικὰ μὲ δίδαξε πάρα πολλὰ μὲ τὸν τρόπο του. Θὰ παραμείνει γιὰ μένα μιὰ ἐμπειρία ἀξέχαστη. Ἕνα μάθημα γιὰ ὅλους μας πῶς πρέπει νὰ συμπεριφερόμεθα σὲ παρόμοιες περιπτώσεις δικῶν μας ἀνθρώπων. Τελικὰ τὰ λείψανα τῆς μητέρας του ὁ π. Παῦλος τὰ μετέφερε στὸ Αἴγιο, τόπο καταγωγῆς του, πιθανὸν κοντὰ στὰ λείψανα τοῦ πατέρα του.

Ὁ π. Παῦλος ποτέ του δὲν ἐπεδίωξε ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα. Ἦταν πιστὸς στὴν ἀδελφότητά του καὶ αὐτὸ τοῦ ἀρκοῦσε. Κάποτε ἐνθυμοῦμαι ποὺ εἶχε προκύψει θέμα χηρείας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας κάποιοι ἔσπευσαν νὰ τὸν προτείνουν γιὰ ὑποψήφιο. Ὁ π. Παῦλος δὲν ἀποδεχόταν οὔτε τὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς προτάσεως καὶ περισσότερο ἐπιτιμοῦσε ἐκείνους ποὺ κινοῦνταν καὶ διέσπερναν τέτοιες φῆμες. Τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο τὸν εἶχε στενοχωρήσει πάρα πολύ. Δὲν ἤθελε νὰ ἀνέλθει ὄχι γιατὶ ὑποτιμοῦσε τὸ ἀξίωμα, ἀλλὰ γαιτὶ αἰσθανόταν ἀνήμπορος νὰ σηκώσει τέτοια μεγάλη εὐθύνη.

Ἡ ἀναγγελία τῆς κοιμήσεώς του στὶς 10-3-2006 ἄφησε σὲ ὅσους τὸν γνωρίσαμε καὶ τὸν ζήσαμε ἀπὸ κοντὰ ἕνα δυσαναπλήρωτο κενό. Ἄφησε δὲ μνήμη ἐναρέτου καὶ ἁγίου ἀνδρός, ἡ δὲ τιμὴ πρὸς τὸ σεβάσμιο πρόσωπό του ἦταν ἀκόμη καὶ ἐν ζωῆ πανθομολογουμένως μεγάλη. Καὶ παρόλο ποὺ ἡ ἐπαρχία μας ἐστερεῖτο μοναστηριῶν καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν ἀπορρεούσης πνευματικῆς κινήσεως ἤ ἀκόμη καὶ αὐτῆς τῆς Ἁγιορειτικῆς παραδόσεως, ὁ π. Παῦλος κατεῖχε μέσα στὶς ψυχὲς ὅλων τῶν Ἑβριτῶν καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας τὴν καλύτερη θέση στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς μας. Μπορεῖ πολλοὶ περὶ τὰ πνευματικὰ ἐκ τῶν συμπολιτῶν μας καὶ τῶν συγχριστιανῶν μας νὰ ἦταν ἀδιάφοροι μὲ τὴν πνευματικὴ κίνηση ποὺ συνετελοῦνταν στὸν τόπο μας, ὡστόσο ὅλοι ἀναγνώρισαν, σέβονταν καὶ ἔλεγαν τὰ καλύτερα λόγια γιὰ τὸν π. Παῦλο. Καὶ μόνο ὅτι τὸν ἀποκαλούσαμε ὅλοι μας «πατέρα» αὐτὸ ἀποδεικνύει τὸ μέγεθος τῆς τιμῆς.

Ὁ π. Παῦλος ἐπιδιώκοντας σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ «τὴν ἀφιλαργυρία, τὴν δικαιοσύνη, τὴν εὐσέβεια, τὴν πίστη τὴν ἀγάπη, τὴν ὑπομονή, τὴν πραότητα… τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως… τὴν καλὴν ὁμολογίαν» (1 Τιμ. 6, 12-14) ἐγένετο «τύπος τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῆ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ» (1 Τιμ. 4, 12-13).

Γιὰ τὸν π. Παῦλο ἀξίζει ὁ τοῦ Ἀποστόλου ρηθεὶς λόγος: «Οἱ καλῶς προεστῶτες πρεσβύτεροι διπλῆς τιμῆς ἀξιούσθωσαν, μάλιστα οἱ κοπιῶντες ἐν λόγῳ καὶ διδασκαλίᾳ… καὶ ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ» (1 Τιμ. 5, 17-19) ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως.

Σεβασμιώτατε,
Ἡ πόλη τῆς Ὀρεστιάδος παρόλο ποὺ ὁ π. Παῦλος δὲν συμμετεῖχε ποτέ του στὰ πολιτικὰ δρώμενά της τοῦ ὀφείλει πάρα πολλά. Ὁ π. Παῦλος ἀπὸ ταπείνωση καὶ ἀπὸ διάκριση ἀπέφευγε νὰ ἐμφανίζεται δημόσια. Ὅμως ὡς γεωργὸς ψυχῶν ἔθεσε τὸ πνευματικό του ἄροτρο βαθειὰ στὴν πνευματικὴ γῆ τῆς πόλεώς μας καὶ γενικὰ τῆς περιοχῆς καὶ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας καὶ ἐπὶ πάμπολλα ἔτη ὄργωνε, φύτευε, θέριζε, ξαναόργωνε καὶ ξαναφύτευε γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο τῶν πιστῶν καὶ ἀκριτῶν κατοίκων αὐτῆς τῆς ἐσχατιᾶς τῆς Ἑλλάδος μας. Σ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν πόλη ποὺ ἔζησε, ἐργάσθηκε πνευματικά, στήριξε πολὺν κόσμο στὸ πετραχήλι του, συνέτισε, καλοφρόνησε, ἐθυσίασε ὁλόκληρη τῆς ἱκμάδα τῆς νιότης του καὶ τῆς ζωῆς του, ἡ ταπεινή μου πρόταση ἄς εἶναι αἰώνιο μνημόσυνο ἡ ὀνομασία μιᾶς ὁδοῦ ἤ ἑνὸς τμήματος ὁδοῦ ἤ ἀκόμη κάτι ἄλλο ποὺ Ἐσεῖς ὡς καλὸς οἰακοστρόφος θὰ σκεφθεῖτε, γιὰ νὰ ὑπενθυμίζει σὲ ὅλους ἐμᾶς τοὺς περιλειπομένους αὐτῆς τῆς πόλεως τὸ εὐλογημένο πέρασμα ἑνὸς ἁγιασμένου Γέροντος. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ πόλη μας θὰ δώσει καλὸ μάθημα ἀρετῆς καὶ ἤθους ἰδιαιτέρως στοὺς νέους μας.

Σᾶς εὐχαριστῶ

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC