Αρχική > News > «Ἡμῖν τό ζῆν Χριστός»;

«Ἡμῖν τό ζῆν Χριστός»;

Yπάρχει μιά πόλη στά εὔκρατα κλίματα, λαμπρή καί μεγάλη. Τρεῖς γενιές της δέν εἶδαν πόλεμο. Τά τείχη της ρήμαξαν, οἱ πολεμίστρες χορτάριασαν· τά κανόνια χρόνια τώρα τά ἔλιωσαν γιά τό μέταλλο. Οἱ ἄνθρωποι γυρίζουν τά βράδια ἀπ’ τίς γιορτές σπίτι τους χορτασμένοι κι εὐτυχισμένοι, λένε. Ναί!Γέμισαν ἀγαθά, πολλά ἀγαθά! Οἱ ναυτικοί κι οἱ ἔμποροι τήν προτιμοῦν τήν Ἀθανασία – ἔτσι τήν ὀνόμασαν τήν πόλη. Κάποιοι κάτοικοι, λένε οἱ ναῦτες, λατρεύουν τόν Θεό. Μαζεύονται κάθε ἑπτά μέρες σέ ναούς καί τόν λατρεύουν. Ἐνίοτε μιλοῦν γι᾽ αὐτόν, κάποιοι νηστεύουν, κάποιοι κιόλας φιλοσοφοῦν. Μά κι αὐτά μιά κουβέντα εἶναι. Ἔχει εὐκαιρίες ἡ Ἀθανασία! Ποιός νά τίς χάσει; Καί γυρίζουν τά βράδια ἀπ’ τίς γιορτές σπίτι τους χορτασμένοι κι εὐτυχισμένοι, λένε. Τά πλοῖα φεύγουν κι ἔρχονται στό λιμάνι τῆς Ἀθανασίας. Οἱ ἔμποροι ζοῦν ἀπ’ τήν Ἀθανασία. Κι ἡ ζωή κυλάει γλυκά στήν Ἀθανασία. Καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πλεγμένοι στήν ἴδια μοίρα, χλιαροί, συνηθισμένοι καί βολεμένοι, τρέχουν ἤ κοιμοῦνται ἤ λένε «τί θά κάνω αὔριο τό πρωΐ;».

Κι ἕνας γέρος ἐρημίτης στά βουνά πάνω ἀπ’ τήν πόλη, ἀγναντεύει τήν Ἀθανασία κάθε δύση καί τραγουδάει ἕναν παλιό ξεχασμένο σκοπό: «Ὤ Ἀθανασία θνητή κι ἐφήμερη… Πεθαίνουν γλυκά τά παιδιά σου Κι ἐσύ πνίγεις κάθε νοσταλγία Καί κάθε μνήμη γιά τό μέλλον. Κι ὅσα πᾶν λίγο νά ψάξουν γιά Θεό Τά χαρμανιάζεις μέ τά παιχνίδια σου Κι αὐτά νομίζουν πώς ζοῦν γιά τόν Θεό. Καί γυρίζουν τά βράδια ἀπ’ τίς γιορτές σπίτι τους χορτασμένοι κι εὐτυχισμένοι, καθώς λένε».

Σάν τήν Ἀθανασία ἡ πόλη μου, οἱ γειτονιές τῆς ζωῆς μου. Βουτηγμένη στή λήθη τοῦ ἐφήμερου, τῆς ἀπόλαυσης, τοῦ τώρα. Ὅπως ἡ Ἀθανασία πλανᾶ τά παιδιάτης καί ἀσύστολα προδίδει τό αἰώνιο καί μεγαλειῶδες τοῦ ὀνόματός της γιά τό φθαρτό τῶν βιοτικῶν καί τοῦ σήμερα, ἔτσι καί στίς γειτονιές, στά στενά, στίς λεωφόρους τῆς προσωπικῆς μας Ἀθανασίας παρασυρμένοι εἴμαστε ὅλοι μας στή δίνη τῶν ἀτέρμονων μεριμνῶν. Κι ἐμεῖς, ναί κι ἐμεῖς, πού προσκυνοῦμε τόν Θεό, ἀλλά δέν θά τολμήσουμε νά ἐγκαταλείψουμε καί τούς ἄλλους καθημερινούς μικροθεούς μας. Διαχωρίζουμε τόν Θεό ἀπό τίς μέριμνές μας πού λατρεύουμε καί τά ὄνειρα πού καλλιεργοῦμε γι’ αὐτές. Κι ἀφήνουμε λίγο χρόνο καί γι’ Αὐτόν μέσα στή μέρα μας. Ἀλλά καί πολύ νά ἀφήναμε, λάθος πάλιθά εἴμασταν! Γιατί θά ᾽πρεπε σέ ὅλα ὅσα κάνουμε νά βλέπουμε Θεό, νά βλέπουμε ἀναστάντα Χριστό,ζωντανό, αἰώνιο, κι ἀληθινό. Γιατί ὅσο καί ἄν μᾶς ἀπασχολοῦν τά βιοτικά, χωρίς Χριστό ὅλα εἶναιμάταια, «μιά τρομερή ἀνοησία, ἀνυπόφορο μαρτύριο, σισύφειο βάσανο, κόλαση»1.

Ἄς ἐνστερνιστοῦμε ἕνα πόθο! Τήν ἀπατηλή Ἀθανασία μιά μέρα νά βλέπουμε ἀπό ψηλά. Τό δίχτυ κι ἡ πλάνη της νά μή μπορεῖ νά μᾶς ἀγγίξει. Καί νάπορευόμαστε πρός μιά νέα πόλη, ὅπου ἡ Ἀθανασία θά ἔχει ὑπόσταση ἀληθινή καί ἀναλλοίωτη.Ὁ Χριστός «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰςτούς αἰῶνας»2. Ὅλα τ’ ἄλλα ἔρχονται καί παρέρχονται. Εἶναισαφές, συνεπῶς, πώς ὅποιος ζεῖ ἐν Αὐτῷ θά ζεῖ μαζίτου εἰς τούς αἰῶνας. Ζοῦμε ὅμως γι’ Αὐτόν; Ζοῦμε ἐν Αὐτῷ; «Ἡμῖν τό ζῆν Χριστός»;

Ε

φοιτητής Ε.Μ.Π.

από το περιοδικό Η Δράσις μας, Μάρτιος 2011.

1. π. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, ἐκδ. Ἀστήρ, Δ´ ἔκδ., Ἀθῆναι 1981, σελ.183. 2. Ἑβρ. ιγ΄, 8.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC