Αρχική > 15 - 01 - 2010: Σύναξη Νέων - Πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις ασθένειες ορθοδόξως

15 - 01 - 2010: Σύναξη Νέων - Πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις ασθένειες ορθοδόξως

      Καταρχήν, θα ήθελα στη σημερινή μας σύναξη, την πρώτη για το έτος 2010, να ευχηθώ σε όλους σας υγεία -την κατάφωτη πνευματική και σωματική υγεία - και μακροημέρευση. Η πνευματική υγεία είναι ανώτερη από τη σωματική, επειδή πολλές φορές εμείς οι άνθρωποι όταν αρρωσταίνουμε, αισθανόμαστε ότι μας εγκατέλειψε η χάρις του Θεού. Λέμε: « Γιατί, Θεέ μου, σε μένα». Να ξέρουμε ότι όταν υπάρχει πειρασμός υπάρχει και Θεός και αν ο Χριστός πάρει τους πειρασμούς «ουδείς ο σωζόμενος» λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
       Οι ασθένειες δεν είναι μόνο ευκαιρίες να κάνουμε έναν πνευματικό επαναπροσδιορισμό στον εαυτό μας, αλλά είναι ευκαιρίες να διδάξουμε με την ασθένειά μας και άλλους ανθρώπους. Πολλές φορές δίνουμε βαρύτητα στο τι θα πει ο κόσμος ενώ σημασία έχει τι θέλει να πει ο Θεός. Ο κόσμος ας λέει ό, τι θέλει. Παραδείγματος χάριν, όταν υπάρχει άρρωστος σε ένα σπίτι, δεν καλούν κανέναν, κλείνεται ο άρρωστος στο σπίτι επειδή η ασθένεια θεωρείται ντροπή. Η ασθένεια σήμερα σε πολλούς ανθρώπους είναι σκεπασμένη με ένα νεφελώδες πέπλο επειδή δεν ξέρουν ότι την ασθένεια τη δίνει ο Θεός και για τους ίδιους αλλά και για τους άλλους που είναι γύρω ώστε να βλέπουν και να συνετίζονται, να παίρνουν ένα καλό μάθημα. Να λένε : « Κοίταξε να δεις, εμείς μέχρι χθες ήμασταν μαζί, τα πίναμε, μιλούσαμε και τώρα αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται προ του θανάτου του, είναι έτοιμος να πάει στον τάφο». Βλέποντάς το οι άλλοι προετοιμάζονται.
       Πολλοί άνθρωποι όταν αρρωσταίνουν κλείνονται τόσο πολύ μέσα στο σπίτι, ώστε συμβαίνει οι εφημέριοι να θεωρούν ότι λείπουν στο χωριό τους ή πήγαν διακοπές ενώ αυτοί οι άνθρωποι υποφέρουν. Κι ενώ από την εκκλησία υπάρχει η διάθεση της προσευχής υπέρ της υγείας και της μακροημέρευσης του προσώπου που ασθενεί καθώς και υπέρ της υπομονής και της δυνάμεως που πρέπει να τον διακρίνει, οι ιερείς της ενορίας δε γνωρίζουν τίποτα. Κι αυτό επειδή, ενώ ο ασθενής βρίσκεται σε δύσκολή κατάσταση, κανένας από τους συγγενείς δεν τους ενημερώνει.
       Μου τηλεφώνησε μια κυρία από την ενορία για να μου πει: « Πάτερ Θεμιστοκλή, ο σύζυγός μου σήμερα έπεσε σε κώμα. Σας παρακαλώ, ελάτε να τον κοινωνήσετε.» Μα πώς να τον κοινωνήσω σε κώμα; Πρέπει να φτάσει ο άνθρωπος σε κώμα για να τον πλησιάσει ο ιερέας και να του διαβάσει μια ευχή; Οι άνθρωποι νομίζουν ότι πριν κλείσει τα μάτια του ένας ασθενής, οι ιερείς μαγικῷ τῷ τρόπῳ θα του βάλουν στο στόμα τη θεία κοινωνία, ως μαγικό φάρμακο, και παρόλο που μπορεί να βαρύνεται με σωρεία αμαρτημάτων θα μπει στην άλλη ζωή έτοιμος. Αυτό το πράγμα είναι μεγάλη πλάνη.
       Μια κυρία που είχε έναν άρρωστο στο σπίτι έλεγε: « Πάτερ, αν το πούμε ότι είναι άρρωστος θα σκεφτούν ότι καλά έπαθε επειδή έκανε αδικίες, θα μας κατηγορήσουν κλπ. Γι’ αυτό εμείς το κρύβουμε».
       Η πείρα δείχνει τελικά ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να πλησιάσουν το Θεό σωστά, ιδίως εκείνοι που είναι μακριά από την Εκκλησία, όχι λόγω του ότι δεν πατάνε το πόδι τους μέσα στο ναό αλλά επειδή είναι μακριά από το γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα. Έτσι, όταν προσπαθούμε να κρύβουμε την ασθένεια από τους άλλους ανθρώπους δεν είναι σωστό.
       Η ίδια κατάσταση μετατίθεται και στο θάνατο, όπου η σύγχρονη κοινωνία της ευμάρειας και του πλούτου θέλει να καλύπτει ακόμα και το κλάμα. Οι κυρίες που πάνε στην κηδεία φοράνε κάτι τεράστια γυαλιά, που τις κάνουν να μοιάζουν σαν κουκουβάγιες, έτσι που να μην φαίνονται τα συναισθήματά τους κανείς να μην ξέρει αν γελάνε ή κλαίνε. Επίσης, συνηθίζεται τους κεκοιμημένους να τους έχουν κλειστούς μέσα στο φέρετρο για να μην τους δουν οι υπόλοιποι. Όμως, τώρα πρέπει να τους δουν! Να δουν πώς είναι, γιατί αυτή είναι η σημασία του ανοιχτού φερέτρου όπως λέει και το τροπάριο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «Καὶ εἶδον τά ὀστά τα γεγυμνωμένα καὶ εἶπον. Ἂρα τὶς ἔστι βασιλεύς ἢ στρατιώτης ἢ πλούσιος ἢ πένης ἢ δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός;» Τι είναι αυτά τα γυμνά οστά που βλέπω μέσα από τον τάφο;
       Η ορθόδοξη προσέγγιση στο θέμα της ασθένειας και του θανάτου είναι τελείως διαφορετική από αυτό που συμβαίνει στη σύγχρονη κοινωνία. Η ασθένεια είναι μια δοκιμασία που όμως μπορεί να δόθηκε και ως προειδοποίηση. Μέσα στο σπίτι υπάρχει γκρίνια παρόλα τα πλούτη, τα αυτοκίνητα, τις διακοπές…. Έρχεται λοιπόν η ασθένεια. Και μετά τι γίνεται; Πάνε οι άνθρωποι να βρουν τον καλύτερο γιατρό, χωρίς πρώτα να επισκεφτούν τον ιατρό των ψυχών, κάνουν χίλιες δυο εξετάσεις, ξεχνούν όμως να καλέσουν τον εφημέριο, τον πνευματικό εξομολόγο να δώσει μια συμβουλή, μια κατεύθυνση. Η ασθένεια του σώματος πολλές φορές κρύβει πολύ βαριά ασθένεια της ψυχής. Ασθενεί το σώμα, ασθενεί και η ψυχή. Ασθενεί η ψυχή, ασθενεί και το σώμα. Ο Κύριός μας μέσα στο Ευαγγέλιο, όσα θαύματα και αν έκανε, πρώτα θεράπευε την ψυχή και μετά έδινε και την υγεία του σώματος. Μετά έλεγε: «μηκέτι ἁμάρτανε».
       Αυτή είναι η δυναμική στην Εκκλησία μας. Να πάμε στον πνευματικό, να δούμε τον ιερέα να μας νουθετήσει, να χρησιμοποιήσει τα πρώτα φάρμακα που πρέπει να πάρουμε στην ασθένεια. Το πρώτο φάρμακο είναι η εξομολόγηση επειδή καθαρίζει τις ακαθαρσίες της ψυχής. Πολλοί άνθρωποι πριν πάνε να χειρουργηθούν, έρχονται να εξομολογηθούν και ζητάνε να κοινωνήσουν. Το δεύτερο και το μεγαλύτερο φάρμακο είναι η Θεία Κοινωνία! Όπως ο ασθενής προετοιμάζεται πριν από το χειρουργείο, ομοίως και η ψυχή. Η προετοιμασία της ψυχής είναι η εξομολόγηση. Και όχι μόνο. Είναι και η συμβουλή που θα δώσει ο πνευματικός. «Παιδί μου να κοινωνήσεις πριν κάνεις την εγχείρηση». Και αν είναι πολύ σοβαρά, και αν ακόμα η ψυχή είναι πολύ ταλαιπωρημένη και αντιμετωπίζει το νοσοκομείο με ψυχικό άλγος, πρέπει να γίνει και ένα μυστήριο του ευχελαίου. Πολύ σημαντικό μυστήριο της Εκκλησίας μας αλλά πολύ ξεχασμένο. Συνήθως οι χαρτορίχτρες, οι καφετζούδες και τα μέντιουμ συνιστούν στους ανθρώπους να κάνουν ευχέλαια…οι άνθρωποι όμως δεν ξέρουν πότε πρέπει να γίνει αυτό.
       Στην Επιστολή του Αποστόλου Ιακώβου λέει: « Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; Προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καί προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτόν ἀλείψαντες αὐτόν ἐλαίω ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου και ἡ ευχή τῆς πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και εγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος κἄν ἁμαρτίας ἦν πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ.» Όταν ασθενεί κάποιος να καλέσει τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας. Να έλθει η εκκλησία στο σπίτι να τελέσει το μυστήριο του ευχελαίου. Αν και αυτό είναι πολύ σημαντικό εμείς το ξεχνούμε, δεν το ενεργούμε. Ο άρρωστος πάει στο νοσοκομείο, εγχειρίζεται, επιστρέφει στο σπίτι του και μετά ζητά να κάνει ευχέλαιο. Λάθος. «Ἀπό Θεοῦ ἄρξασθαι». Όχι εις το τέλος να βάζουμε το Θεό. Πρέπει στην αρχή να βάλουμε το Θεό και στο τέλος να βάλουμε την ανθρώπινη δύναμη, αυτήν την οποία φωτίζει ο Θεός και τη δίνει στους γιατρούς και ευλογεί την επιστήμη τους.
       Πόσα θαύματα γίνονται για τους πιστούς όταν η Εκκλησία ενεργεί τα δέοντα! Τα άγια Μυστήρια!
       Ο Άγιος Λουκάς ήταν γιατρός και επίσκοπος άλλες Εκκλησίας στη Ρωσία. Όσοι έχουν διαβάσει το βίο του γνωρίζουν τι πέρασε αυτός ο άνθρωπος για του Χριστού την πίστη την Αγία από το καθεστώς της Ρωσίας, των μπολσεβίκων και όλων των κομμουνιστών, οι οποίοι δεν ήθελαν την Εκκλησία. Αυτός ο άγιος σήμερα κάνει εγχειρίσεις πριν οι άνθρωποι πάνε στο χειρουργείο! Υπάρχουν περιπτώσεις ασθενών με σοβαρές ανίατες αρρώστιες και την τελευταία στιγμή, όταν πάνε να κάνουν τον προεγχειρητικό έλεγχο, οι γιατροί διαπιστώνουν ότι έχουν εξαφανιστεί ενώ σημείο που θα γινόταν η εγχείρηση βρίσκουν κάτι σταλαγματιές από αίμα και ο άνθρωπος χαίρει άκρας υγείας.
       Επίσης, το βιβλίο «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός», το οποίο έγραψε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, ο Νικόλαος, δείχνει περιπτώσεις πάρα πολλών παιδιών με ασθένειες που μετέβησαν στην Αμερική – στην οποία ήταν και ο Σεβασμιώτατος γι’ αυτό και τα καταγράφει - για να κάνουν κάποια πολύ σοβαρή επέμβαση. Και ήταν τόση η πίστη των συγγενών και αυτών που ήταν στην Αμερική, αλλά και αυτών που ήταν εδώ στην Ελλάδα και έκαναν πολλή προσευχή, που τα παιδάκια κατάφεραν τελικά να ζήσουν.
       Θυμάμαι μια μεγάλη κυρία η οποία ερχόταν για εξομολόγηση, της οποίας ο γιος ήταν άρρωστος. Η μάνα ερχόταν κάθε μέρα στην εκκλησία με πρόσφορο που ζύμωνε υπέρ υγείας του παιδιού και με το καλό κερί, το μελισσοκέρι. Κάθε μέρα εξομολογούταν η μάνα σε μένα και έλεγε : « Να εξομολογηθώ εγώ, γιατί μπορεί το παιδί να μην εξομολογείται». Ήταν τόσο μεγάλη η διάθεση αυτής της μητέρας να βοηθήσει και να ενισχύσει το παιδί που βρισκόταν στο κρεβάτι του πόνου.
       Η Εκκλησία έχει τον τρόπο να στηρίξει τον άνθρωπο πνευματικά πρώτα. Και όταν τον στηρίξει με τα πνευματικά μέσα, που είναι τα ιερά μυστήρια, τότε ο πιστός είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την ασθένεια σε όποια μορφή και αν εξελιχθεί. Και αν δεν εξελιχθεί, είναι θεραπευμένος ψυχικά και μπορεί να βιώσει τη ζωή του πολύ καλύτερα. Εκείνο που δεν προσέχουμε είναι ότι αποτελεί μια επίσκεψη του Θεού μεγάλη, ακράδαντη, η οποία δίνει το ερέθισμα να πλησιάσουμε το Θεό. Πολλοί άνθρωποι με αφορμή μια ασθένεια πλησιάζουν για πρώτη φορά την Εκκλησία, ενώ πριν δεν είχαν καμία διάθεση.
       Ο καθένας από εμάς νομίζει ότι δεν θα αρρωστήσει ποτέ. Η αμέλεια και η ακηδία που φέρνει ο διάβολος μας βάζει να πιστέψουμε ότι εμείς δεν θα αρρωστήσουμε ποτέ, ότι δεν θα πεθάνουμε. Δεν είναι όμως έτσι. Οι ασθένειες είναι μια ωραία επίσκεψη για να φιλοσοφήσουμε.
       Οι περισσότεροι ασθενείς δεν έχουν καμία επαφή με την Εκκλησία. Είναι μόνοι τους, δεν ξέρουν τίποτα για το Θεό. Το Θεό δεν τον είχαν ποτέ ως κύριο μέλημά τους.Αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται τη δική μας παρηγοριά. Γι’ αυτό λέμε «υπέρ των ασθενούντων». Η Εκκλησία προσεύχεται γι’ αυτούς που είναι ασθενείς.
       Το ζήτημα είναι αυτοί που είναι ασθενείς πάνω στο κρεβάτι πώς γίνεται ν’ ακούσουν για το Θεό;
       Στο κρεβάτι του πόνου υπάρχει η παράλογη σκέψη ότι αν ο παπάς επισκεφθεί τον ασθενή θα του κάνει κακό. Και ενώ πεθαίνει ο άνθρωπος δεν προσκαλεί τον ιερέα να τον νουθετήσει, να τον ευλογήσει. Και άμα τον εξομολογήσει ο παπάς μπορεί να είναι έτοιμος να τον μεταλάβει.
       Αν είναι εξομολογημένος ο άνθρωπος αυτές τις τελευταίες ώρες της ζωής του και δεν προλάβει να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων, δεν υπάρχει θέμα. Το ζήτημα είναι γι’ αυτόν που ήθελε να εξομολογηθεί. Ήθελε να ακούσει: « Τώρα που είσαι εδώ σε δύσκολη κατάσταση, ας καλέσουμε έναν ιερέα να διαβάσει μια ευχή, να σε εξομολογήσει, να πεις τι βάρη έχεις και να σε μεταλάβει» Να μην ντρεπόμαστε. Ας μην περιμένουμε τελευταία στιγμή. Ας μην περιμένουμε να πέσει σε κώμα. Αυτό είναι μεγάλη πλάνη. Κρέμεται η ψυχή από μία κλωστή. Με τη σιωπή κόβουμε την κλωστή και του λέμε: « Πέθανε και πήγαινε στον Καιάδα». Αν φτάσει ο ασθενής να εξομολογηθεί, ο Θεός μπορεί και όρη να μετακινήσει, μπορεί εκεί που είναι στο ξεψύχισμα να του δώσει μια ευκαιρία να ζήσει. Ταυτόχρονα κάνουμε και μια ευεργεσία, του υπομνήσουμε: «Ξέρεις, ο αρχηγός της ζωής και του θανάτου είναι ένας. Ούτε ο γιατρός, ούτε εγώ που είμαι ο άντρας σου ή η γυναίκα σου είμαι αυτός που θα σε σώσει. Ο καλύτερος γιατρός που πρέπει να παρακαλάς και να ζητάς, είναι ο Θεός. Και επειδή δεν τον βλέπει κανείς ποτέ, πρέπει να καλέσεις τον ιερέα». Αυτό πρέπει να συμβουλεύουμε.
       Μια γυναίκα που είχε το σύζυγό της άρρωστο κάλεσε τον ιερέα, όμως θεωρώντας ότι ο ασθενής δεν θα πεθάνει τον έδιωξε. Και τελικά το βράδυ πέθανε ο άντρας της. Το περιστατικό αυτό είναι θετικό για το σύζυγό της. Τι κατάληξη όμως θα έχει τώρα αυτή η γυναίκα;
       Γι’ αυτό όπως πάνε οι ιερείς άλλες μέρες σ’ ένα σπίτι πχ. τα Θεοφάνεια, με το ίδιο θάρρος να χτυπάνε την πόρτα όταν υπάρχει ασθένεια και να πηγαίνουν στον άρρωστο για να του μιλήσουν, να νουθετήσουν, να συμβουλεύσουν.
       Διηγούταν ένας κληρικός ο οποίος πήγε σ’ έναν ετοιμοθάνατο, ότι μόλις ξεκίνησε με το ευλογητός ο ασθενής άρχισε να ανασαίνει και να κάνει το σταυρό του. Αυτά μόνο ο Θεός τα εξηγεί!
       Επίσης, ένας άλλος ιερέας που κάποτε τον κάλεσε μια κυρία να πάει στο σπίτι να μεταλάβει έναν ασθενή τη ρώτησε : «Έχει σώας τας φρένας; Έχει διαύγεια νου, καταλαβαίνει αυτό που θα γίνει;»η γυναίκα του είπε ψέματα «Ναι».Την ώρα που έφθασαν σπίτι άρχισε να μιλάει με υπεκφυγές με συνέπεια ο ιερέας να αντιληφθεί το ψεύδος. Μόλις ο ιερέας μπήκε στο σπίτι και χωρίς να προλάβει να μιλήσει καθόλου στον ασθενή ο οποίος ήταν κατάκοιτος, σε κώμα, εκείνος είπε: «Ευχαριστώ», έκανε το σταυρό του και ξαναέπεσε σε κώμα. Ποιος τον πληροφόρησε την ώρα εκείνη, την ώρα που ήταν σε κώμα, ότι έπρεπε να κάνει το σταυρό του; Μόλις ιερέας, ο οποίος ήταν πολύ διακριτικός, κατέβηκε στην πόρτα για να φύγει από το σπίτι, τον φωνάζει η κυρία από το μπαλκόνι και του λέει : « Πέθανε »
      Αυτά είναι θαύματα που συμβαίνουν. Δε σημαίνει βέβαια ότι συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους. Γιατί να αφήνουμε για τελευταία στιγμή αυτό το θέμα;
       Δεν είναι ντροπή η ασθένεια. Η ντροπή είναι του διαβόλου. Το επιτρέπει ο Θεός για να ξέρουν οι άνθρωποι ότι μπορεί σήμερα να πέθανε αυτός, αύριο όμως μπορεί να πεθάνουμε εμείς. Και αυτό πραγματικά μας συνταράζει. Ο θάνατος είναι κοινό χρέος που πρέπει όλοι να εκτελέσουμε. Συνήθως προβληματιζόμαστε όταν είμαστε εντός των τειχών των κοιμητηρίων όταν όμως εξερχόμαστε, προσπαθούμε να ευθυμήσουμε.
       Ο άνθρωπος θα έπρεπε να έχει μνήμη θανάτου μονίμως στη ζωή του. Όταν υπάρχει σε κάποιον νέο άνθρωπο που πάει να κάνει μια αμαρτία, πχ. μοιχεία, η μνήμη θανάτου είναι αποτρεπτική. Μπορεί να σκεφτεί: « Άμα πάω με άλλη γυναίκα και πεθάνω, θα πάω στην κόλαση» και λέει: «Άντε μωρέ, καλή είναι και η γυναίκα μου ! Ας μην την κάνω την αμαρτία» Αυτό τον προστατεύει, τον φυλάει.
       Δεν είναι ο Θεός τιμωρός με την έννοια ότι πρέπει να μας κάνει να είμαστε δούλοι. Αλλά υπάρχουν και οι πνευματικές καταστάσεις. Γιατί οι πνευματικές καταστάσεις στον πνευματικό άνθρωπο είναι τρεις : των μισθωτών, των δούλων και των υιών. Οι δούλοι πάντα φοβούνται τον Κύριο. Ο μισθωτός περιμένει μισθό. Η τέλεια κατάσταση είναι των υιών. Ο υιός μπορεί να παραστρατεί αλλά πάντα σκέφτεται το Θεό, το έχει πατέρα και για το φιλότιμο που του έδωσε ο Θεός μέσα στην ψυχή του λέει : « Εγώ δεν αμαρτάνω».
       Ο μισθωτός και ο δούλος πράττουν από φόβο και από ίδιον συμφέρον. Είναι κι αυτοί σε καλή κατάσταση. Δε λένε ότι ο φόβος φυλάει τα έρημα; Ο άλλος, ο φιλότιμος, λέει: « Να αμαρτήσω, αλλά μετά; πώς θα το πω στον πνευματικό;»Γιατί υπάρχει και ο πειρασμός να μην το πει στον πνευματικό. Δεν πειράζει, ας το πει στον πνευματικό, να στεναχωρηθεί, να κάνει περισσότερη προσευχή για να τον βοηθήσει. Αλλά καμιά φορά τον πιάνει το φιλότιμο και λέει : « Δεν θα το κάνω, γιατί να τον στεναχωρήσω;» Υπάρχει ντροπή αλλά τη μεγαλύτερη ντροπή πρέπει να την έχουμε στο Θεό γιατί ο Θεός βλέπει όλα όσα διαπράττουμε. Αν ήταν ο πνευματικός διορατικός θα γελούσε την ώρα που εξομολογούμαστε.
       Τι να πω για τους αυτούς τους γέροντες, τον Πορφύριο, τον Παΐσιο, που αυτοί ξέρουν μόλις σε δουν. Στον άνθρωπο του Θεού δεν μπορείς να κρυφτείς και αν δεν κρυβόσουν σε έναν γέροντα Παΐσιο, υπάρχουν και οι σύγχρονοι γέροντες.Δε σταμάτησε η αγιότητα στον Πατέρα Παΐσιο, αυτή είναι η μεγάλη κληρονομιά της Εκκλησίας μας. Κρύβονται. Και φανερώνονται γιατί τους εντοπίζουν κάποιοι που είναι ανιχνευτές αγίων γερόντων. Είναι κάποιοι που τηλεφωνούν και από το εξωτερικό : « Εντόπισες, πάτερ Θεμιστοκλή, κανένα διορατικό γέροντα να πάμε να τον δούμε»; «Όχι» τους λες. Αν έχεις κάποια πληροφορία ανάλογα ποιος ρωτάει δίνεις και την κατάλληλη απάντηση, επειδή υπάρχει πολλή περιέργεια. Σε έναν που θέλει να βλέπει θαύματα και οράματα και θεάματα δεν του λες ποτέ αν έχεις εντοπίσει κάποιον τέτοιον άνθρωπο. Σε έναν που έχει ταπεινή καρδιά και αγωνίζεται με φιλότιμο του λες και κάτι. Για να στηριχθεί περισσότερο ο άνθρωπος και να ευδοκιμήσει.
      Επίσης, ένα άλλο θέμα σχετικά με την ασθένεια είναι ότι πολλοί εκ των ανθρώπων που ακούνε ότι κάποιος είναι ασθενής, όταν πάνε στο σπίτι να τον επισκεφτούν δεν πάνε για καλό σκοπό, πάνε από περιέργεια. Πρέπει να πάμε να παρηγορήσουμε, όχι να παρηγορηθούμε Δεν πάμε στο σπίτι του ασθενούς και του λέμε: «Τι κάνεις; πέθανε και ο τάδε». Αν είναι πολύ πνευματικά φτασμένος ο ασθενής να του πούμε: «Αδελφέ, με το καλό και στον παράδεισο». Αν δεν είναι και πάμε εμείς να κάνουμε τους σπουδαίους χριστιανούς, τους αδιάκριτους, κάνουμε μεγαλύτερη ζημιά. Καλύτερα να μην πάμε. Η διακριτικότητα πρέπει να χαρακτηρίζει και αυτούς που επισκέπτονται ασθενείς. Θα ήταν ευχής έργο να είμαστε εμείς τόσο πνευματικά καταρτισμένοι και ευλογημένοι και να μη σπαταλάμε το χρόνο μας πηγαίνοντας 3-4 ώρες από εδώ και εκεί και να λέμε ότι δεν έχουμε πέντε λεπτά για προσευχή.
      Και αντί να σπαταλάμε το χρόνο μας σε καφετέριες, γιατί να μην πηγαίνουμε να επισκεπτόμαστε ασθενείς οι οποίοι είναι μόνοι τους, στο νοσοκομείο; Αν κάνουμε ένα πέρασμα σε κάποιο νοσοκομείο θα δούμε και κάποιους ασθενείς που δεν έχουν κανένα. Σε αυτούς μπορούμε να κάνουμε μια καλή πράξη, να πούμε δυο-τρεις κουβέντες.
      Να ξέρουμε όμως ότι μπορεί ν’ αντιμετωπίσουμε δυσκολίες. Να μας πουν: «Τι κάνει ο Θεός; Με εγκατέλειψε». Είμαστε έτοιμοι να του πούμε : «Και συ τι έκανες για το Θεό που σ’ εγκατέλειψε; ήσουν τακτικός στην εκκλησία; Έχεις εξομολογηθεί;»Είμαστε έτοιμοι να τα πούμε αυτά; Να πολεμήσουμε το δαιμόνιο που έχουμε μπροστά μας; Αυτός λέει «Γιατί;» εμείς που πάμε να τον επισκεφτούμε μπορούμε να του απαντήσουμε το γιατί;
       Μπορούμε να του πούμε: «Το γιατί δεν μπορώ να σου το απαντήσω, αλλά αυτό που μπορώ να σου πω είναι ότι υπάρχει Θεός. Το να σε κάνω καλά δεν μπορώ, το να σε βοηθήσω και να σου πω δυο κουβέντες για το Θεό, μπορώ. Να σου πω τι έκανε ο Χριστός. Θέλεις;»Έτσι μπορεί να μαλακώσει η ψυχή του. Προσπαθούμε να του μεταδώσουμε κάτι καλό επειδή δε γνωρίζουμε τι έκανε αυτός ο ασθενής σ’ όλη τη ζωή του, αν πήγαινε στην εκκλησία, αν έκανε προσευχή ή φιλανθρωπία, αν αγαπούσε ή μισούσε τους ανθρώπους.
       Καλό είναι οι επισκέπτες των νοσοκομείων να πηγαίνουν και σε αγνώστους. Δικαιολογείται οι ιερείς όταν επισκέπτονται κάποιον γνωστό τους στο νοσοκομείο να μπαίνουν στο δωμάτιο και να μιλούν μόνο σ’ εκείνον; Είναι σωστό να μη μιλήσουν και στους άλλους ασθενείς; Μια αδιακρισία που μας χαρακτηρίζει είναι ότι πηγαίνουμε στον γνωστό μας ασθενή, σαν να επισκεπτόμαστε τον «εργοδότη» μας και βλέπουμε το διπλανό του που είναι μόνος του και δεν του μιλάμε. Δεν χρειάζεται να είμαστε ψυχροί, μια κουβέντα δε βλάπτει ειδικά σ’ αυτές τις μοναχικές υπάρξεις που δεν έχουν συγγενείς.
       Έχετε κάποια ερώτηση να κάνετε;

       -Πώς γίνεται να έχουμε μνήμη θανάτου χωρίς να έχουμε άγχος ταυτόχρονα;
       Αυτό είναι μια άλλη κατάσταση. Για παράδειγμα, ο μοναχός τη μνήμη θανάτου την ξεπερνάει επειδή όλη τη μέρα έχει στη σκέψη του το θάνατο, γιατί αυτή είναι η σωτηρία για τον άνθρωπο και εφόσον εξομολογείται και προσδοκά κάθε μέρα τον παράδεισο. Βάζει και μια νεκροκεφαλή ενός μοναχού από το κοιμητήριο δίπλα στο κεφάλι του και τη βλέπει όλη μέρα.
       Για εμάς τους λαϊκούς, όταν συνδυάζεται με άγχος δείχνει την ανυπαρξία της πίστης. Η πίστη δεν είναι κάτι που βρίσκεις στη λαϊκή και αγοράζεις για να αντιμετωπίσεις το θάνατο.
       Δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει θάνατο. Με το άγχος δεν λύνεται το θέμα της μνήμης θανάτου εφόσον ο θάνατος είναι κοινό χρέος. Ό άνθρωπος όταν γεννιέται έχει από κάτω μια ημερομηνία λήξης, η οποία είναι αόρατη και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν τη βλέπουν. Δεν είναι σαν τη σφραγίδα των προϊόντων που αγοράζουμε. Είχε πάει ένας γνωστός σε ένα σπίτι και πήγε να καθίσει σε μια από τις πλαστικές καλοκαιρινές καρέκλες που έχουμε στα μπαλκόνια. Και έπεσε γιατί και αυτές οι καρέκλες έχουν ημερομηνία λήξης και εκείνες είχαν λήξει. Ακόμα και αυτές έχουν ημερομηνία λήξης από κάτω! Κι εμείς σαν τις καρέκλες είμαστε!
       Το άγχος είναι η έλλειψη πίστης. Δεν αγχωνόμαστε μόνο για το θάνατο αλλά και για άλλες περιπτώσεις, αν θα παντρευτούμε, πότε και πώς θα παντρευτούμε, αν θα πάμε ή δεν θα πάμε διακοπές ή πού θα πάμε. Το άγχος είναι η ανυπαρξία της εμπιστοσύνης μας προς το Θεό, την οποία δημιουργεί ο διάβολος προς το άνθρωπο εκμεταλλευόμενος το χαρακτήρα του ανθρώπου ο οποίος έχει κάποιες ευαισθησίες. Οι ευαισθησίες στην πνευματική ζωή πληρώνονται πολύ άσχημα. Οι ψυχοπαθολογίες στην πνευματική ζωή πρέπει απουσιάσουν γιατί δεν είναι καλές καταστάσεις. Αυτό θα συμβεί όταν ο άνθρωπος βρίσκεται κοντά στο Θεό. Να ξέρει ότι η ζωή μας εξαρτάται από το Θεό, η μέρα και η νύχτα βγαίνει από το Θεό, το φαγητό και το νερό βγαίνουν από το Θεό, να ξέρει όλους αυτούς τους βασικούς κανόνες της ζωής. Όταν ο άνθρωπος αντιμετωπίζει ένα μικρό προβληματάκι στη ζωή δεν πρέπει να απελπίζεται και να αναρωτιέται «γιατί», αφού είμαστε στα χέρια του Θεού. Ο Θεός μας έφερε στη ζωή και ο Θεός θα μας πάρει. Παρόλο που αρπάζει και ο διάβολος, εμείς προσδοκούμε ότι θα μας πάρει ο Θεός στην άλλη ζωή, εφόσον φυσικά έχουμε κάνει καλά έργα, καλές πράξεις.Δε γίνεται να μην κοινωνάμε ή να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία τουλάχιστον κάθε Κυριακή και να προσδοκούμε να πάμε στον παράδεισο και να είμαστε με το Θεό, γιατί αυτά είναι κανόνες.

       -Πατέρα Θεμιστοκλή έχουμε φόβο θανάτου γιατί δεν είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε. Δεν έχουμε φτάσει στο πνευματικό επίπεδο των μοναχών.
       Η πνευματική πορεία μας είναι η ίδια Αν είναι ο λαϊκός μέσα σ’ ένα σπίτι που λέγεται διαμέρισμα και ένας μοναχός στο κελί ενός μοναστηριού, δεν αλλάζει. Διαφέρει μόνο ο τόπος. Η ουσία είναι η ίδια.Αυτό που πρέπει να καλλιεργούμε στη ζωή είναι το ίδιο.
       Πάρα πολλή προσοχή χρειάζεται στο θέμα της πίστης. Η πίστη ξεκινά από το καντηλάκι, το θυμίαμα, από την εξομολόγηση, την παρουσία μας στην εκκλησία και φτάνει μέχρι τη βίωση της νοεράς προσευχής, το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με. Όλοι θα πρέπει να ασκούμαστε κάνοντας πέντε-δέκα λεπτά προσευχής. Το έχει ανάγκη η ψυχή μας, όλοι το έχουμε ανάγκη. Και πέντε ώρες μπορούμε να εξασφαλίσουμε για τη γούνα μας αν θέλουμε. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Μπορούμε να κάνουμε προσευχή ακόμα και στο λεωφορείο ή στο αυτοκίνητο. Μας προφυλάσσει και εκεί.

       -Το λέμε δυνατά ή από μέσα μας;
       Μόνοι μας το λέμε δυνατά. Ο θεός θέλει να ακούει την προσευχή μας «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Στο Άγιο Όρος, όταν είχα πάει παιδί, στη μονή Φιλοθέου έβλεπες κάποιον μοναχό που έτρεχε και έλεγε δυνατά την προσευχή. Ήταν κανόνας από τον πνευματικό. Εκείνη την ώρα δεν καταλάβαινα, μετά ρώτησα και έμαθα.
       Όταν είμαστε μόνοι, το λέμε δυνατά. Αν είμαστε στον κόσμο, το λέμε εσωτερικά. Ή αν είσαι στο αυτοκίνητο μόνος σου ή με έναν αδελφικό σου φίλο, πνευματικό μπορείς να το λες και δυνατά. Ποιος σου το απαγορεύει; Μπορούμε να έχουμε και ένα cd με νοερά προσευχή μαζί με τον Νταλάρα και την Πρωτοψάλτη. Να προσπαθούμε να αγιάζουμε το χρόνο μας.
       Και σ’ έναν ασθενή είναι πολύ ωραίο να του πάρουμε δώρο ένα βιβλίο ή να του προτείνουμε να πάμε δίπλα του να του διαβάσουμε ένα βιβλίο. Έτσι κάνουμε μία καλή πράξη. Οι πρόσκοποι που είναι μασόνοι κάνουν μια καλή πράξη την ημέρα ενώ εμείς που είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι δεν κάνουμε τίποτα. Η ουσία είναι να κάνουμε μια καλή πράξη την ημέρα. Βλέπεις έναν τυφλό στο δρόμο. Τον παίρνεις από το χέρι να τον περάσεις απέναντι ; Προχθές μου έλεγε μια κοπέλα που εξομολογώ ότι ενώ πήγαινε το πρωί στη δουλειά, της επιτέθηκε ένας αλλοδαπός να τη βιάσει. Δύο άνθρωποι που περνούσαν εκείνη την ώρα από εκεί τους κοιτούσαν από μακριά και δεν έκαναν τίποτα!
       Στα χρόνια της εικονομαχία υπήρχε μια γιαγιά, η οποία κρατούσε τις εικόνες μέσα στα σεντούκια και έλεγε στα παιδάκια : « Ελάτε να παίξουμε με τα νινία μας».Και έβγαζε τις εικόνες και τα παιδιά για να μη μαρτυρήσουν, έλεγαν: «εμείς παίζουμε με τα νινία μας».
       Πρέπει να δοθούμε λοιπόν στο έργο του Θεού παρόλο που ο εγωκεντρισμός μας δεν μας αφήνει να κάνουμε κάτι καλό σε κάποιον.

       Έχετε άλλη ερώτηση;

       -Αν έχουμε έναν γνωστό μας, ο οποίος δεν ασχολείται πολύ με τα θρησκευτικά, είναι καλό εμείς να αρχίσουμε να του λέμε αυτά που ξέρουμε;
       Όχι, όχι δεν πρέπει. Στην επικοινωνία μας με τους άλλους ανθρώπους το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να μας χαρακτηρίζει είναι η διάκριση του χριστιανού. Είναι η τέλεια αρετή, είναι το δώρο του Θεού σ’ αυτόν που αγωνίζεται πολύ. Είναι ύψιστη αρετή η διάκριση και προϋποθέτει πολλά: ταπείνωση, φιλαλήθεια, αγάπη προς το συνάνθρωπο.
       Ο καθένας από εμάς γνωρίζει σε διαφορετικό βαθμό-άλλος σε μεγαλύτερο και άλλος σε μικρότερο- τα πράγματα περί του Θεού. Δεν κατέχουμε το πλήρωμα όλης της θεολογίας της εκκλησίας. Ο ομιλών, για παράδειγμα, δεν γνωρίζει τι έχει πει ο Μάξιμος (Ο Ομολογητής;) γι’ αυτό το θέμα επομένως υστερεί έναντι κάποιου άλλου που μπορεί να έχει μεγαλύτερη γνώση της πατερικής διδασκαλίας.
       Εκείνο όμως που πρέπει να μας διακρίνει πάντα είναι τα πολύ μετρημένα λόγια μας, όπως στάζει σιγά -σιγά η σταγόνα. Πολλές φορές δε βοηθάει να μιλήσουμε σ’ έναν άνθρωπο τον οποίο δε γνωρίζουμε καλά και δεν ξέρουμε τι προϋποθέσεις πνευματικής ζωής έχει ή αν έχει ζήλο Θεού ν’ ακούσει. Και, αν ακούσει, είμαστε έτοιμοι να τον αντιμετωπίσουμε αν διαφωνήσει; είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τα πυρά του; Είμαστε έτοιμοι μετά να κάνουμε υπακοή;
       Λίγο-λίγο με υπομονή και με διάκριση. Οι δυνατές βροχές- ξέρω εξ αγροτικής εμπειρίας – ξεριζώνουν το σπόρο, ενώ οι σιγανές αφήνουν μαλακό το χώμα, βλασταίνει και βοηθά πάρα πολύ τα φυτά.
       Αυτή είναι η πορεία της ορθόδοξης ζωής μας. Δεν θέλει τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος αισθάνεται ότι, αν πάει στο νοσοκομείο, θα λιποθυμήσει και θα πέσει, καλύτερα να μην πάει. Άλλος δεν μπορεί να πάει στο κοιμητήριο. Μπορεί να κάνει κάτι άλλο πχ. μια επίσκεψη στο γείτονα ή να κάνει προσευχή που είναι το σημαντικότερο. Ο γέροντας Παΐσιος χώριζε το χρόνο της ημέρας σε μέρη, για να κάνει προσευχές για τους πεθαμένους, για τους ζωντανούς. Κι εμείς μπορούμε να κάνουμε μια προσευχή για τους κεκοιμημένους,. Για πέντε λεπτά. Μπορούμε να λέμε: «Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε όλες τις ψυχές μαζί με τον πατέρα μου».Τι ωραίο πράγμα! «Πρώτα τους άλλους και μετά τον πατέρα μου».Συνήθως λέμε : «τον πατέρα μου» και δεν μας νοιάζει τίποτα άλλο.

       Καλή και ευλογημένη χρονιά εύχομαι. Ο Θεός να είναι μαζί μας, να μας ευλογεί πάντα και μέσα από τις δύσκολες περιστάσεις της ζωής.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC