Αρχική > 04 - 12 - 2009: Λειτουργικό Σεμινάριο - Κατάκριση

04 - 12 - 2009: Λειτουργικό Σεμινάριο - Κατάκριση

Καλησπέρα σας.

Αύριο 5 Δεκεμβρίου η εκκλησία μας γιορτάζει τον Άγιο Σάββα τον Αγιασμένο. Όσοι έχουν επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα θα έχουν επισκεφθεί εκεί την Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα του Αγιασμένου, ένα πολύ παλιό Μοναστήρι, στο οποίο ασκήτευσε και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, του οποίου τη μνήμη η εκκλησία μας εορτάζει σήμερα, 4 Δεκεμβρίου.

Ο Όσιος Σάββας ήταν από τους μεγαλύτερους Οσίους Πατέρες της εκκλησίας μας, ο οποίος με το βίο του και την Αγιότητα του, κατάφερε αυτήν εκεί την έρημο να την κάνει κατοικητήριο και να μοιάζει η έρημος σαν πόλις. Λέγεται δε  στο βίο του Οσίου Σάββα του Αγιασμένου, ότι ο ίδιος από μικρό παιδί ζούσε με τη διδασκαλία της          Εκκλησίας τόσο πολύ εμποτισμένος στα νάματα της πίστεως, ώστε του είχαν δώσει το όνομα «παιδαριογέρων». Ήταν δηλ. παιδί και η σοφία του ήταν σαν να ήταν γέρων, μεστός από σοφία, από πράξη, σύνεση, από θεολογία απ’ όλες τις αρετές με τις οποίες είναι προικισμένος ο εν Χριστώ θεούμενος άνθρωπος.

Πολλές φορές, αδελφοί μου, μελετώντας έτσι τους βίους των Αγίων της Εκκλησίας μας, μέσα σ’ αυτόν το θησαυρό της πίστεως μας, μετά την Καινή Διαθήκη, εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί οφείλουμε να εντριφούμε στους βίους των Αγίων, διότι οι βίοι των Αγίων, τα Συναξάρια των Αγίων αποτελούν, θα λέγαμε, την πρακτική ερμηνεία της Καινής Διαθήκης. Εμείς, οι πιστοί Ορθόδοξοι μεν Χριστιανοί, δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε την Αγία Γραφή αφ’ εαυτού μας.

Γιατί αυτό συμβαίνει;

Γιατί η Αγία Γραφή, για  να ερμηνευτεί, χρειάζεται πρωτίστως 3 αρετές:

Η πρώτη αρετή είναι η κάθαρση.

Η δεύτερη αρετή είναι ο φωτισμός.

Και η τρίτη αρετή είναι η θέωση, την οποία όποιος την  έχει μπορεί να είναι ο γνήσιος ερμηνευτής της Καινής Διαθήκης .
Χωρίς θέωση σημαίνει χωρίς να έχουμε το Θεό μέσα στην ψυχή μας, χωρίς να ζει μέσα στην καρδιά μας μόνον ο Χριστός. Κι αυτό είναι πολύ δύσκολο να το ομολογήσομε, ότι ειλικρινά ζει ο Χριστός μέσα μας 100%. Μπορεί να ζει μέσα μας π.χ. 1%. Υπάρχει άλλος πιστός που έχει μέσα του 5% και συχνάζουν αυτοί οι έχοντες το 1 και 5 %. Και οι δύο αυτές κατηγορίες πιστών είναι οι τακτικά εκκλησιαζόμενοι.

Άλλοι έχουν το 10%, άλλοι το 20% και άλλοι το 30%. Το 100% όμως, για να πούμε δηλαδή ότι έχουμε τον Χριστό μέσα μας, πρέπει να έχουμε αποκτήσει την  αρετή της θέωσης, δηλαδή να μην ζούμε εμείς για τον εαυτό μας, αλλά να ζει ο Χριστός μέσα μας και όταν ανοίγουμε το στόμα μας να βγάζουμε μόνο λόγο Χριστού.

Αυτή είναι η τέλεια κατάσταση στην πνευματική ζωή, την οποία κατάσταση πέτυχαν κατά πολύ να την βιώσουν στην ζωή τους οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό κι εμείς, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς στη διδασκαλία της εκκλησίας μας και όσον αφορά το θέμα της ερμηνείας της Αγίας Γραφής, θα πρέπει να αντλούμε πρωτίστως μέσα από τους βίους των Αγίων, από το παράδειγμα των Αγίων, το οποίο μας είναι κατανοητό και αντιληπτό. Να  κατανοούμε κι εμείς σε ποια κατάσταση περίπου βρισκόμαστε. Είναι, θα έλεγα, μια κριτική το να μελετάς το βίο κάποιου Αγίου, βλέποντας δηλ. πώς έζησε για παράδειγμα ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός - που γιορτάζει σήμερα -  ή πώς έζησε η Αγία Βαρβάρα.  Ξέρουμε τον βίο τους ; Ερχόμαστε στην εκκλησία και δεν ξέρουμε το βίο των Αγίων μας, τουλάχιστον των σπουδαιοτέρων. Πώς λοιπόν να εμπνευστούμε, πώς να κάνουμε πνευματική ζωή χωρίς να έχουμε έναν οδοδείκτη, έναν θα λέγαμε φάρο, ένα παράδειγμα προς μίμηση;

Το πλοίο, το οποίο βρίσκεται μέσα στη θάλασσα μέρα-νύχτα, κατά τη διάρκεια της νύχτας από τι φωτίζεται και κατευθύνεται σωστά ; Από τους φάρους!  Διότι ο φάρος στη ναυτική ορολογία είναι σωτήριος για τη ναυσιπλοΐα, γι’ αυτό και ξέρετε υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, οι οποίοι εργάζονται στο να πηγαίνουν να καθαρίζουν, να περιποιούνται και να συντηρούν τους φάρους.

Εξομολογώ άτομα, που πηγαίνουν με πλοία ή καραβάκια και καθαρίζουν τα γυαλιά , βάζουν καινούργιες λάμπες στους φάρους και  κάνουν αυτή τη διακονία.

Ε, λοιπόν, αυτοί που καθαρίζουν τους δικούς μας φάρους είναι οι  Άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι δεν αφήνουν να θολώσουν αυτά τα νερά και να σκοτιστεί ο νους του ανθρώπου.  Οι βίοι των Αγίων μας είναι αυτοί που  μας κατευθύνουν στο σωστό δρόμο, μας δείχνουν έμπρακτα πώς ερμηνεύεται η Αγία Γραφή.

Γι’ αυτό και ξέρετε ότι η καλύτερη ερμηνεία της Αγίας Γραφής γίνεται μόνο από τους Αγίους Πατέρες.  Είναι αυτοί που αναλώθηκαν, έδωσαν τη ζωή τους, έδωσαν το είναι τους, γιατί μόνο μέσα στην καρδιά τους κατοικούσε αποκλειστικά ο Χριστός. Ούτε αυτό το ποτήρι, ούτε αυτή η καρέκλα, ούτε αυτό το ράσο που φοράω, κατοικούσε μέσα στην καρδιά τους. Κατοικούσε μόνον ο Χριστός.  Και εξ αιτίας αυτού του αγώνα, του συνεχόμενου αγώνα, ο Θεός τους έδωσε το χάρισμα της Φώτισης, και μετά την Φώτιση ερχόταν αυτό που λέγεται θέωση. Είναι μια σκάλα ξέρετε αυτές οι 3 αρετές :  κάθαρση – φωτισμός – θέωση.

Όποιο πατερικό σύγγραμμα πάρετε στα χέρια σας για να μελετήσετε, όποιο βίο Αγίου κι αν μελετήσετε, το πρώτο που αναφέρεται στο βίο του οποιουδήποτε Αγίου είναι η κάθαρση.

Σήμερα πολλοί ομιλούν για κάθαρση μέσα στη ζωή μας, αλλά η κάθαρση δεν μπορεί να γίνει από βρώμικους. Η κάθαρση μπορεί να γίνει μόνο από θεωμένους, που έχουν ανέβει πολύ ψηλά και δεν έχουν κανένα ψεγάδι στη ζωή τους, για να κρίνουν τους άλλους ή να τους κρίνουν οι άλλοι.

Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφοί μου στην πνευματική ζωή μία είναι  η πορεία. Τώρα εμείς σε ποια κατάσταση είμαστε ; Γιατί όλοι μας θέλουμε να πάμε απ’ ευθείας στον Παράδεισο, αλλά χωρίς κόπο, χωρίς θυσία!

Σήμερα στα νέα παιδιά στο σχολείο παρατηρείται ότι χωρίς να κουραστούν θέλουν να πάρουν άριστα στις εξετάσεις, χωρίς να ξενυχτήσουν μέρα-νύχτα πάνω στα βιβλία, πάνω στη μελέτη, θέλουν να επιτύχουν. Θέλουν να περάσουν στις εξετάσεις χωρίς να κουραστούν καθόλου.  Χωρίς να δείξουν την αυτοθυσία τους για την Πατρίδα, θέλουν να είναι οι κανακεμένοι φαντάροι στις αγκαλιές των μανάδων τους και δεν θέλουν να υπηρετήσουν την Πατρίδα τους κανένας.  Διότι δεν υπάρχει η έννοια της πατρίδας σήμερα ζυμωμένη με την πίστη των Αγίων και τα παιδιά είναι μαμόθρεφτα, δηλαδή κακομαθημένα.
Έτσι, αυτή είναι μια γενικευμένη κατάσταση, η οποία προσβάλλει την  ππνευματική προσπάθειά μας. Διεκδικούμε για τα παιδιά μας πάντα τις καλύτερες θέσεις, αλλά τα παιδιά μας μπορεί να είναι μετριότητες. Κι εμείς αυτή τη μετριότητα την θεωρούμε ότι είναι  καλύτερος στόχος στη ζωή μας. Δεν έχουμε το «γνώθις σαυτόν», τι για παράδειγμα έχουμε μέσα στο σακκί μας, τι κουβαλάει ο ντορβάς  μας;

Γι’ αυτό λοιπόν, σήμερα βλέπουμε ότι ανθούν μέσα στην κοινωνία μας πάρα πολλές Προτεσταντικές αιρέσεις, οι οποίες αιρέσεις ισχυρίζονται ότι ερμηνεύουν την Αγία Γραφή.

Έλα αδελφέ μου,  σε ονομάζουν αδελφέ, έλα κοντά μας να ερμηνεύσουμε ή να μιλήσουμε για την Αγία Γραφή. Δεν είναι όμως αυτή ερμηνεία. Γιατί χωρίς βίωμα δεν μπορείς να ερμηνεύσεις την Αγία Γραφή. Και πηγαίνεις εκεί σε αυτές τις αιρέσεις, πέφτεις μέσα σε αυτόν το λάκκο  και αντί να ερμηνεύσεις την  Αγία Γραφή, ερμηνεύει αυτός ο ερμηνευτής της Προτεσταντικής αιρετικής παραφυάδας, ερμηνεύει αυτά που του υπαγορεύει ο ίδιος ο εαυτός του, αυτό που μπορεί να κάνει ο ίδιος και δεν μπορεί να συλλάβει τα πολύ ανώτερα και πολύ υψηλότερα της πίστεως. Γι’ αυτό λοιπόν αυτό το αιρετικό κήρυγμα είναι λειψό, δεν έχει βάθος. Η ψυχή όμως μπορεί στην αρχή να απαλύνεται από τους λόγους που θα ακούσει, οι οποίοι όμως λόγοι είναι ηθικολογικοί και όχι ουσιαστικοί, καρδιακοί, αγιοπνευματικοί.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας διδάσκει την ηθική, η οποία ξέρετε βρίσκεται μέσα στη ζωή Της. Δεν μπορεί για παράδειγμα,  ένας γυμνός να γυρνάει μέσα στην εκκλησία, θα πρέπει να του ρίξω το ράσο να τον σκεπάσω να μην γυρίζει γυμνός. Δεν μπορεί για παράδειγμα να δέχομαι να υβρίζει κάποιος το Θεό μας. Είναι μια ηθική αυτό το πράγμα. Όμως προσέξτε, η ηθική της Εκκλησίας έχει να κάνει με κάθε πρόσωπο ξεχωριστά. Μέσα στην Εκκλησία μας χωράει  ο πιστός, ο οποίος φέρνει το πρόσφορο κάθε Κυριακή, φέρνει το λαδάκι για ν’ ανάψει τα κανδήλια, αλλά χωράει και ο πολύ φτωχός που δεν μπορεί να φτιάξει το πρόσφορο. Μέσα στην Εκκλησία χωράει κι εκείνος ο οποίος είναι επαγγελματίας, που βγάζει με κόπο και ιδρώτα το ψωμί του, αλλά μέσα στην Εκκλησία χωράει επίσης και ο πόρνος, ο οποίος μπορεί ταυτόχρονα να είναι κι αυτός επιχειρηματίας αμαρτωλός και να κάνει αυτή την πράξη.  Μέσα στην Εκκλησία χωράει επίσης και η πόρνη και ο κλέφτης και ο ψεύτης και ο φονιάς αλλά και εκείνος που είναι θεωμένος.

Είναι μεγάλο το βάθος , το τι χωράει μέσα Της η εκκλησία, αλλά δεν υπάρχει βάθος στις ψυχές των ανθρώπων εκείνων και ημών, οι οποίοι έχουμε μάθει να κατακρίνουμε στη ζωή μας το βίο των άλλων, γι’ αυτό και ο Παράδεισος είναι σφραγιστός, κατακλειστός για εκείνους που υποπίπτουν στην αμαρτία της κατακρίσεως.

Διαπιστώνω πολλές φορές από το μυστήριο της εξομολόγησης, κι εσείς που είστε πνευματικά μου παιδιά πρέπει να σας πω το εξής:

Ότι δεν είναι αμαρτία και δεν θεωρείται αμαρτία το ότι δεν σκότωσα , δεν έκλεψα, δεν έκανα άλλη μεγάλη αμαρτία, δεν έκανα εμπόριο ναρκωτικών, δεν έκανα έκτρωση, ή άλλες θανάσιμες αμαρτίες, αφού θανάσιμη αμαρτία είναι εξ ίσου το να κατακρίνεις τον αδελφό σου. Ένα καλό όπλο στη ζωή μας, είναι να κλείσουμε το στόμα μας, ή πιο πνευματικά να αποθέσουμε το όπλο της κατακρίσεως, που είναι αμαρτία, να το αποθέσουμε και να μην το καλλιεργήσουμε κατά τη διάρκεια της νηστείας, για να είναι η νηστεία μας ευπρόσδεκτη στο Θεό αλλά και πάντοτε.
Γι’ αυτό και βλέπετε τη μεγάλη Τεσσαρακοστή προ του Πάσχα, συνήθως κάθε ημέρα πολλές φορές την ημέρα, λέμε εκείνη την ωραία ευχή, του οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Εφραίμ του Σύρου: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και αργολογίας, μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης , ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, χάρισε μου τω σω δούλο. Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρισε μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μην κατακρίνειν τον αδελφό μου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
Σημαντικό πράγμα να μάθουμε στην ψυχή μας ορισμένους κανόνες, τους οποίους ορίζει ο ίδιος ο Κύριός μας, όπως ακριβώς έχουμε κανόνες καλής συμπεριφοράς και τους τηρούμε κατά την επικοινωνία μας με τους συνανθρώπους μας.

Για παράδειγμα, θα ήταν παράξενο πράγμα να αρχίσει κάποιος να σκαλίζει τη μύτη του μπροστά σε κόσμο. Ο τρόπος καλής συμπεριφοράς λέγει να μην σκαλίζουμε τη μύτη μας. Κάποιος άλλος κανόνας λέγει να μην ρευόμαστε μπροστά σε κόσμο, όπως και το ίδιο συμβουλεύουμε στα παιδιά από μικρή ηλικία να μην το κάνουν. Ωραία υποκρινόμαστε τηρώντας όλες αυτές τις εντολές καλής εξωτερικής συμπεριφοράς, αυτό το savoir vivre που λέμε στη ζωή μας. Όμως την ψυχή μας  πολλές φορές την αφήνουμε να αυθαδιάζει τόσο πολύ, ώστε και μέσα στο λογισμό της αυτή η ψυχή να μην μπορεί να αποφύγει να κατακρίνει κάποιον άνθρωπο. Κι αυτό το θεωρούμε πολλές φορές ότι είναι κάτι από τα συνηθισμένα. Δεν είναι όμως συνηθισμένο, είναι μεγάλη αμαρτία να κατακρίνουμε τον αδελφό μας. Γι’ αυτό λοιπόν, θα σας διαβάσω μια ωραία διήγηση σχετική με την αποφυγή της κατάκρισης, μέσα από το βιβλίο των Αγίων της πείρας της Εκκλησίας μας, που λέγεται Γεροντικό.

Κάποιος μοναχός, που τον έλεγαν Βιτάλιο, αναχώρησε από το μοναστήρι του και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Ήταν τότε 60 χρονών. Άρχισε τότε με επιμέλεια να καταγράφει όλες τις πόρνες που κατοικούσαν στα διάφορα σπίτια της αμαρτίας. Έπιασε δε και μια εργασία και έπαιρνε μισθό 12 οβολούς την ημέρα. Απ’ αυτά τα χρήματα με τον ένα οβολό αγόραζε ξηρούς καρπούς και έτρωγε, τα δε υπόλοιπα 11 τα διέθετε ως εξής :

Κάθε νύχτα πήγαινε στο σπίτι της αμαρτίας , συναντούσε την αμαρτωλή γυναίκα  της έδινε χρήματα και έλεγε: « Πάρε αυτά τα χρήματα και αυτή τη νύχτα σε παρακαλώ μην διαπράξεις για χάρη μου την αμαρτία». Εκείνος παρέμενε όλη τη νύχτα σε μια γωνιά του σπιτιού και γονατιστός προσευχόταν θερμά για τη ψυχή της αμαρτωλής γυναίκας. Μόλις άρχιζε να χαράζει, αποχωρούσε, αφού προηγουμένως την έβαζε να ορκιστεί ότι δεν θα αποκαλύψει την πράξη του αυτή σε κανέναν. Και πραγματικά το γεγονός αυτό ήταν οριστικό. Μόνο μια απ’ αυτές κάποτε τόλμησε να περιφρονήσει τους όρκους και να αποκαλύψει το έργο του γέροντα. Δαιμονίστηκε όμως αμέσως με την προσευχή του, για να φοβηθούν οι άλλες και καμμιά να μην τολμήσει πλέον να αποκαλύψει κάτι από τη ζωή του.

Ο δούλος του Θεού Βιτάλιος απέβλεπε μόνο στη σωτηρία των ψυχών των αμαρτωλών εκείνων γυναικών. Δεν αγανακτούσε ποτέ εναντίον αυτών που τον κατηγορούσαν, αλλά προσευχόταν στο Θεό να τους συγχωρήσει για τις κατακρίσεις τους. Το έργο αυτό έγινε αφορμή να σωθούν πολλές. Βλέποντας οι γυναίκες αυτές την ολονύκτια αγρυπνία του γέροντα και την επίμονη προσευχή που έκανε γι’ αυτές, μετανοούσαν και εγκατέλειπαν τις αισχρές πράξεις. Άλλες από αυτές εγκατέλειπαν το επάγγελμα αυτό, άλλες έπαιρναν νόμιμο σύζυγο και έκαναν γάμο και άλλες εγίνονταν μοναχές. Κανείς ποτέ στην Αλεξάνδρεια δεν είχε αντιληφθεί  το θεάρεστο έργο του Βιτάλιου, όσο ζούσε. Κάποτε ενώ έφευγε από την κακόφημη συνοικία της πρωτεύουσας, τον συνάντησε ένας διεφθαρμένος άνθρωπος που πήγαινε να κάνει την αμαρτία. Αυτός κτύπησε με όλη τη δύναμη του χεριού του το πρόσωπο του Βιτάλιου και φώναξε: « Πότε επιτέλους θα απομακρυνθείς από τις αισχρές σου πράξεις χριστιανοκάπηλε;»

Τότε, ο γέροντας Βιτάλιος του απήντησε: «Φτωχέ άνθρωπε, πρόκειται να σου δοθεί τόσο γερό ράπισμα, που θα σου φέρει τόσο πόνο, ώστε με τις κραυγές σου θα συγκεντρωθεί όλη σχεδόν η Αλεξάνδρεια».

Μετά από αρκετό χρόνο ο Βιτάλιος απέρχεται προς τον Κύριο στο κελλί του στην Αλεξάνδρεια. Ο θάνατος έγινε γνωστός με τον ακόλουθο τρόπο. Στον άνθρωπο εκείνο, ο οποίος είχε κτυπήσει τον Όσιο, εμφανίζεται ένας φοβερός Αιθίοπας και του δίνει ένα φοβερό ράπισμα στο πρόσωπο του, που ο κρότος έγινε αισθητός σε αρκετή απόσταση και του λέει : «Πάρε αυτό το ράπισμα. Σου το στέλνει ο μοναχός Βιτάλιος , όπως σου είχε πει». Αμέσως αυτός δαιμονίστηκε και άρχισε να κυλιέται στο δρόμο. Τότε μαζεύτηκαν όλοι οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας να δούν αυτό το γεγονός. Αυτός τότε άρχισε να σχίζει τα ρούχα του και να φωνάζει: «Ελέησέ με δούλε του Θεού, Βιτάλιε, γιατί αμάρτησα στο Θεό και απέναντί σου». Σε λίγο ο δαιμονισμένος άρχισε να τρέχει γρήγορα προς το κελλί του Οσίου. Μόλις έφτασε εκεί, μερικοί άνθρωποι μπήκαν μέσα στο κελί, για να ειδοποιήσουν τον Όσιο. Έμειναν όμως κατάπληκτοι , όταν είδαν ότι είχε πεθάνει γονατιστός σε στάση προσευχής. Στο έδαφος διάβασαν αυτά που είχε γράψει.

 «Κάτοικοι της Αλεξάνδρειας μην κρίνετε τίποτα πρόωρο μέχρι να έλθει ο Κύριος». Στην κηδεία του παρευρέθη ο Πατριάρχης Ιωάννης ο Ελεήμων και όλες εκείνες οι αμαρτωλές γυναίκες που είχαν αλλάξει ζωή εξαιτίας του Οσίου. Έλεγαν χαρακτηριστικά ότι ποτέ δεν σήκωσε τα ματια του ο Όσιος να παρατηρήσει μια από αυτές. Το γεγονός αυτό έγινε αιτία να διορθωθούν πολλοί κάτοικοι της Αλεξάνδρειας και να μην κατακρίνουν τους άλλους ανθρώπους, ο δε δαιμονισμένος έγινε καλά με την χάρη του Οσίου και ποτέ του δεν κατέκρινε άνθρωπο. Είναι μια όμορφη διήγηση από τον «Ευεργετινό» ή «Γεροντικό» της Εκκλησίας μας και δείχνει ότι για φαντάσου να δεις καμιά φορά τον παπά Θεμιστοκλή να πηγαίνει σε κανένα σπίτι της γειτονιάς , που εσείς λέτε ότι είναι κακόφημο, για να κατηχήσει,  να νουθετήσει, να στηρίξει , να προσδοκά ότι ο άνθρωπος αυτός θα έλθει στην Εκκλησία. Και εμείς πόσο κακούς λογισμούς κατακρίσεως θα έχουμε κάνει για τον παπά μας!

 Κατά τον ίδιο τρόπο, μπορεί ο άνθρωπος αυτός να μην είναι παπάς , αλλά να είναι κάποιος από εμάς τους απλούς ανθρώπους. Κι εμείς πολλές φορές κατακρίνουμε, χωρίς όμως να ξέρουμε τις αιτίες που οδηγείται κάποιος άνθρωπος εκεί, που ίσως εμείς το θεωρούμε ότι είναι αμαρτωλό και πολλές φορές προτρέχει τόσο πολύ η αμαρτωλή σκέψη μας, κι  εμείς κάνουμε ολόκληρο σενάριο μετά από πίσω, ενώ μπορεί τίποτα απ’ αυτό που εμείς πονηρευτήκαμε ή σκεφτήκαμε να συμβαίνει , και δυστυχώς εμείς ευκαίρως ακαίρως μόλις βρούμε κάποιον φίλο μας ή φίλη μας, αρχίζουμε και πλάθουμε τις μυθοπλασίες μας και  λέμε εκεί όσα δεν σηκώνει όλη αυτή η ζωή, να σέρνουμε και να ρίχνουμε πάνω στην άβυσσο  τον συνάνθρωπο μας.

Θα σας διαβάσω ένα ακόμη παρόμοιο παράδειγμα , μέσα από το «Γεροντικό», γιατί συνήθως τα πατερικά κείμενα μας μιλούν από μόνα τους για το πώς μπορούμε να αποφεύγουμε την κατάκριση. 
Κάποτε στην πόλη Τύρο, εκεί κάτω στην Παλαιστίνη έφθασαν δυο μοναχοί για κάποια υπηρεσία. Σε κάποιο σημείο της πόλεως, συναντά έναν απ’ αυτούς μια πόρνη γυναίκα, που την έλεγαν Πορφυρία. Αυτή τότε άρχισε να φωνάζει: «Πάτερ σώσε με , όπως έσωσε και την πόρνη ο Χριστός». Εκείνος τότε χωρίς να λογαριάσει τα λόγια του κόσμου, την πήρε από το χέρι μπροστά στα μάτια όλων των ανθρώπων και έφυγε από την πλατεία μαζί της. Αμέσως τότε διαδόθηκε η φήμη ότι ο μοναχός εκείνος έλαβε γυναίκα του την Πορφυρία. Ενώ περνούσαν πόλεις και χωριά μαζί, κάποτε συνάντησαν και ένα εγκαταλελειμμένο βρέφος και το πήραν μαζί τους να το μεγαλώσουν.

Μετά από καιρό έρχονται στο μέρος που κατοικούσε ο μοναχός με την άλλοτε κοινή γυναίκα μερικοί κύριοι. Αυτοί μόλις την είδαν να έχει στην αγκαλιά της το βρέφος, άρχισαν  να γελούν και να ειρωνεύονται τον μοναχό εκείνο. «Δεν έπεσες έξω στους υπολογισμούς σου. Ωραίο παιδί γέννησες με το μοναχό!» Όταν γύρισαν στην Τύρο διέδωσαν παντού ότι η Πορφυρία απέκτησε παιδί με τον μοναχό , που του μοιάζει καταπληκτικά .

Οι άνθρωποι είναι πάντοτε πρόθυμοι να πιστεύουν στις διαδόσεις και συκοφαντίες, γιατί είναι διεφθαρμένοι και κακοί. Κρίνουν τους άλλους σύμφωνα με τις δικές τους αδυναμίες, επειδή νομίζουν ότι και οι άλλοι κάνουν τα ίδια όπως αυτοί. Έτσι, δεν διστάζουν να κατηγορούν και να συκοφαντούν τους άλλους. Το ίδιο συνέβη και με τους κατοίκους της Τύρου.

 Όμως ο τίμιος εκείνος μοναχός έκανε την Πορφυρία μοναχή σε κάποιο μοναστήρι και εκείνη έλαβε το όνομα Πελαγία. Όταν μετά από πολύ καιρό προγνώρισε το θάνατο του, πήρε την Πελαγία από το μοναστήρι και μαζί με το παιδί, που ήταν τότε 7 χρονών, πήγαν στην Τύρο. Αμέσως διαδόθηκε ότι η Πορφυρία έφθασε στην πόλη μαζί με το σύζυγο της, το μοναχό. Στο μεταξύ ο μοναχός αρρώστησε βαριά και κόντευε να πεθάνει. Το έμαθαν πολλοί κάτοικοι και πήγαν στο σπίτι που έμενε να τον επισκεφθούν. Τότε ο μοναχός ζήτησε να του φέρουν ένα θυμιατό γεμάτο με αναμμένα κάρβουνα. Μπροστά σε όλους άγγιξε τα χέρια του και τα ρούχα του στα κάρβουνα, χωρίς να καεί. Και τότε είπε στο κατάπληκτο πλήθος: «Ας είναι ευλογημένος ο Κύριός μου. Αυτόν επικαλούμαι σαν αξιόπιστο μάρτυρα , ότι όπως η φωτιά δεν καίει τα χέρια μου και τα ρούχα μου, έτσι κι εγώ δεν άγγιξα τη γυναίκα αυτή σε όλη  μου την ζωή».

 Όλοι έμειναν έκπληκτοι  με τα λόγια αυτά του μοναχού και δόξασαν το Θεό, που με τέτοια θαύματα φανερώνει τους αγωνιστές, που αγωνίζονται αθόρυβα για την αρετή. Μετά την αποκάλυψη αυτή ο μοναχός παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Και αυτό να μην γινόταν ακόμη , δηλαδή αυτό με τα κάρβουνα, και να έφευγε αυτός ο άνθρωπος κατακρινόμενος και συκοφαντούμενος, αυτός είχε κερδίσει εν ζωή τον Παράδεισο.

Είναι πολύ σημαντικό και διδακτικό από αυτή την απλή ανάγνωση που κάναμε σε αυτό το κομμάτι του Γεροντικού, ότι πολλές φορές , όταν κατακρίνουμε τους άλλους με πολύ εμπάθεια και πολύ κακία, στηλιτεύοντας το συγκεκριμένο αμάρτημα που κάνουν, είναι γιατί αρέσει σ’ εμάς. Αυτό που λέγω είναι πολύ συγκλονιστικό! Όταν με πάθος κατηγορούμε κάποιον άνθρωπο, που κάνει κάποια αμαρτία κι εμείς τον συκοφαντούμε συνεχώς, δεν είναι επειδή εμείς μισούμε την αμαρτία. Είναι γιατί εμείς αγαπούμε περισσότερο αυτή την αμαρτία που κάνει ο συνάνθρωπός μας.  Είναι πολύ βαθύ αυτό το πράγμα να το κατανοήσουμε, γιατί στην πνευματική ζωή υπάρχουν πνευματικοί κανόνες. Δεν είναι οι κανόνες της ζωής, το savoir vivre, με το οποίο μάθαμε να ζούμε και καλά το διαχειριζόμαστε αυτό - ξέρουμε πολύ  καλά να υποκρινώμεθα - αλλά υπάρχουν πνευματικοί κανόνες, οι οποίοι εκδικούνται τους ανθρώπους. Για παράδειγμα, εάν ένας μονίμως κατακρίνει τους συνανθρώπους του, το αποτέλεσμα της κατάκρισης είναι να πέφτει σε σαρκικές αμαρτίες. Είναι κανόνας αυτός στην πνευματική ζωή και μπορεί μεν να μην φαίνεται  η πτώση στην αμαρτία  στο μέγεθος που εμείς νομίζουμε ότι φαίνεται μεγάλη, αλλά και μόνο στη σκέψη να μας ταλανίζει μια τέτοια σαρκική επιθυμία, τότε είμαστε βουτηγμένοι μέσα στην κόλαση.

Ο Αββάς Ισαάκ ο Θηβαίος ήλθε σε ένα κοινόβιο, και είδε κάποιο αδελφό να αμαρτάνει. Τότε, τον κατέκρινε με τη σκέψη του. Σε λίγο καιρό, αφού τελείωσε την εργασία για την οποία ήλθε στο μοναστήρι, έφυγε για την έρημο. Μόλις έφθασε στο κελλί του και ήταν έτοιμος να μπεί μέσα, ένας Άγγελος Κυρίου φάνηκε μπροστά στην πόρτα και δεν του επέτρεπε να περάσει μέσα. Ο  γέροντας τότε με γλυκό τρόπο και ταπείνωση του είπε : « Τι έκανα και για ποιο λόγο δεν μου επιτρέπεις την είσοδο;» Τότε ο Άγγελος του λέει : « Με έστειλε ο Θεός να σε ρωτήσω πού να βάλω τον αδελφό του κοινοβίου που  αμάρτησε και εσύ τον κατέκρινες». Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο γέροντας, κατάλαβε την αιτία και μετανόησε για την κατάκριση του αδελφού του. «Πραγματικά έχω αμαρτήσει. Συγχώρεσέ με!»  Τότε ο Άγγελος του είπε : «Σήκω, ο Θεός σε συγχώρεσε, πρόσεχε όμως από εδώ και μπρός να μην κατακρίνεις κανένα, γιατί αυτή η δουλειά είναι έργο και εξουσία μόνο του Θεού».

 Όταν κρίνουμε και κατακρίνουμε κάποιον αδελφό μας, παίρνουμε στα χέρια μας την εξουσία του Θεού. Ενώ μόνον ο Θεός είναι ο Κριτής και Αυτός μόνο μπορεί να κρίνει τους ανθρώπους. Ενώ με την κατάκριση εμείς λέμε στο Θεό : « Εσύ κάθησε στην άκρη, εγώ τώρα κόβω και ράβω». Αυτό είναι το εσφαλμένο , το λάθος της ζωής μας, ότι για να κατακρίνουμε κάποιον άλλο, πρέπει να είμαστε ο ίδιος ο Θεός . Όταν λοιπόν εμείς που είμαστε άνθρωποι και πέφτουμε σε κάποια άλλα αμαρτήματα , που κάποιος άλλος δεν πέφτει σ’αυτά τα ίδια, γιατί του άλλου τα αμαρτήματα, φαίνονται μεγαλύτερα στα δικά μας τα μάτια;

Για έναν Χριστιανό Ορθόδοξο , που έρχεται και εξομολογείται και μετανοεί κι ένα ψεματάκι να πει, αυτό πρέπει να τον συνθλίβει και να τον κτυπάει κάτω σαν το χταπόδι. Αλλά η δικαιοσύνη των ανθρώπων είναι πολύ σκληρή. Ο Θεός δεν κρίνει με δικαιοσύνη, κρίνει με αγάπη. Γιατί αν εμείς που αμαρτάνουμε κάθε μέρα, μας υπομένει ο Θεός, εμείς πώς δεν μπορούμε να δεχτούμε έναν συνάνθρωπό μας να αμαρτάνει, έστω και μια φορά στη ζωή του; Αυτό είναι πολύ συγκλονιστικό και πρέπει πολύ να μας προβληματίζει μέσα στη ζωή μας, γιατί να κρίνουμε τον αδελφό μας, τη στιγμή που ο Κύριός μας είναι Μακρόθυμος, Πολυέλεος, Πολυεύσπλαχνος, Οικτίρμων, μας δίνει τόσο πολύ μεγάλο έλεος που κάθε φορά, όσα αμαρτήματα κι αν κάνουμε, μας συγχωρεί; Βάζει το πετραχήλι ο πνευματικός, εξομολογούμεθα και λέει ο πνευματικός : «Έστε συγχωρημένος και λελυμμένος» κι εκείνη την ώρα σβήνουν όλα τα αμαρτήματά μας. Υπάρχει καλύτερος Κριτής από το Θεό; Αυτόν  πρέπει να έχουμε Κριτή μας, όχι εμάς που κρίνουμε τους άλλους. Γι’ αυτό βλέπετε, όταν πάμε στο δικαστήριο, ρίχνει στο κεφάλι ο δικαστής 20 χρόνια ποινή. Ο Θεός μπορεί σε ένα λεπτό να πει, όπως μέσα σε ένα δευτερόλεπτο είπε στο ληστή : «Σήμερον μετ’ εμού έσει εν τω Παραδείσω».

Δεν είναι πολύ συγκλονιστικό αυτό το παράδειγμα;  Ο Θεός και εβδομηκοντάκις επτά φορές και εβδομήντα επτά φορές επί επτά και κάθε μέρα να αμαρτήσουμε, εάν ζητούμε τη συγχώρεση με το μυστήριο της εξομολόγησης , τότε έρχεται η Χάρις, η ευλογία και η συγχώρεση του Θεού.
Μόνο εμείς δεν συγχωρούμε τους  συνανθρώπους μας. Γι’ αυτό αδελφοί μου, θα ήθελα σήμερα, φεύγοντας από αυτήν τη σύναξη και ενώ ευρισκόμεθα μέσα στην περίοδο της νηστείας και έχουμε ακόμη να διανύσουμε λίγες ημέρες, για να φθάσουμε στη μεγάλη Πανήγυρι των Πανηγύρεων, που είναι τα Χριστούγεννα, να σκεφθούμε ότι τόσα χρόνια που κρίνουμε, βάζουμε το Θεό στην άκρη και βάζουμε τον εαυτό μας να γίνεται κριτής. Είδαμε κανένα όφελος απ’ αυτό στη ζωή μας;  Όχι! Ας αφήσουμε λοιπόν τη δικαιοσύνη στην αγάπη του Θεού κι εμείς ας κρίνουμε μόνο τον εαυτό μας για τις πράξεις τις οποίες κάνουμε.

Ένας μοναχός, στο «γεροντικό» πάλι λέγεται , κατέκρινε πάντα το γείτονά του μοναχό ότι είναι αμελής, ότι δεν κάνει την προσευχή του, ότι έτσι ή αλλοιώς μιλάει πάρα πολύ στον κόσμο, και έχει κουσούρια πολλά , πάρα πολλά. Όπως κι εμείς βρίσκουμε κουσούρια στους άλλους, αδελφούς μας. «Αχ, αυτή η γειτόνισσα είναι έτσι , νευρικιά , έχει και μεγάλη γλώσσα. Πού να της μιλήσεις και τι να πεις γι αυτήν». Μετά πέφτεις. Για πήγαινε μετά από αυτήν την κατάκριση να κάνεις προσευχή. Ούτε το Κύριε ελέησον  δεν βγαίνει από το στόμα σου. Προσπαθείς την προσευχή αλλά δεν βγαίνει με τίποτα. Ώρες να προσπαθείς δεν θα βγεί το Κύριε ελέησον καρδιακό.

 Έτσι, κι αυτός ο μοναχός κατέκρινε. Πήγαιναν στο κελλί του μοναχού που κατέκρινε άλλοι αδελφοί, και με το που τους έλεγε καλωσορίσατε, αρχίζει ότι ο αδελφός απέναντι αυτό κάνει, έτσι τον κατέτρωγε τον αδελφό του. Οπότε ένα βράδυ εκεί που πήγαινε να κάνει την προσευχή του, που φυσικά δεν του ερχόταν η προσευχή, του παρουσιάζεται ο ίδιος ο Κύριος. Σαν σε όραμα το είδε αυτό το πράγμα. Κρατούσε λοιπόν ο Χριστός στα χέρια του τη ψυχή του μοναχού που δεχόταν τις κατακρίσεις και τον πήγε σε ένα πολύ υψηλό μέρος, σαν να ήταν ένα βουνό αλλά από κάτω ήταν  ένας γκρεμός κι εκεί πέρα έβραζε ο τόπος από κάτω. Ήταν ένα χάος και  από κάτω έβγαιναν πολύ μεγάλες φωτιές, ήταν ο Άδης, και του λέγει ο Χριστός : «Εσύ πήρες τη θέση μου και κρίνεις τον αδελφό σου; Αφού έγινες εσύ ο κριτής, σου παραδίδω την ψυχή του αδελφού σου και ρίξε την μέσα στα Τάρταρα, μέσα στην Κόλαση». Ο αδελφός μόλις το άκουσε αυτό, διότι είχε καλή προαίρεση μέσα Του - όπως κι εμείς που ακούμε τώρα αυτά τα λόγια, έχουμε την καλή προαίρεση, όταν φύγουμε απ’ εδώ να μην κατακρίνουμε κανένα άνθρωπο, κι έτσι ας πράξουμε - ας είναι ευλογημένη, λέχθηκε εκείνη τη στιγμή, κι εδάκρυσε και μετάνοιωσε και είπε στον Κύριο μας ότι αυτός από τώρα και στο εξής δεν πρόκειται ποτέ να κατακρίνει και όχι μόνον δεν κατέκρινε, αναφέρει το «γεροντικό», αλλά από κείνη τη στιγμή, μέχρι τη στιγμή που πέθανε δεν ξαναμίλησε στη ζωή του, έκανε τον μουγγό.

Ευλογημένη «η μουγγαμάρα». Μουγγοί να γίνουμε, για να πάμε στον Παράδεισο. Ειδάλλως πρόσωπο του Θεού δεν θα δούμε.

Ας προσέξουμε λοιπόν, αδελφοί μου, γιατί αυτά τα απλά πράγματα θα μας πάνε μέσα από τους βίους των Αγίων μας στον τόπο του Θεού μας, κι αυτό εύχομαι μέσα από την καρδιά μου όλοι μας να βιώσουμε στη ζωή μας. Αμήν.

©2010 orthmad.gr | Web development by Integrated ITDC